Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

Ποιήματα τινός της Τσακώνικης εκ των του Κλεάνθου Οικονόμου μετά της μεταφράσεως αυτών.


Α ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΣΙΚΟ ΓΟΝΝΙΑ Τ’ ΑΓΙΕ ΛΙΔΙΟΥ.

Ο Παπα τσ’α Παπαδία

Με τα πέντε σου κάμζια

καοημένοι τά Γοννία

έχουνται κηάρα παχειά

κχόρμπουα νία στάσια

κίντε τσαί φουσκονιλλιά

έχουνται τσ’ ένα καπόνι

στροντζυλέ σαν το πεπόνι

τασ’ τό τέντζερε νι’ εβράννι

τσ’ εκατσακαΐ να φάννη

έχουνται τσαί χιουρινέ

‘πιί νι’ εμποίκε φτατέ

νία σουγ’ ατ’ σηαιά γεμάτα

με τά στρίγγι για σαλάτα

το τραπέζι ετοιμάννη

τσ’ εκατσακαι να φάννη

γυούρε γυούρε τα καμζία

δίπα τα φωτογωνία

ο Παπα επροσκυνητσε

το τραπέζι ευογίτσε

τσαί ο πόλεμ’ αρχινίε

κατακίντε του γουλλίαι.

Η ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ

Ο Παπάς και η Παπαδιά

με τα πέντε τους παιδιά

καθισμένοι στη γωνιά

είχανε παχειά φωτιά

κούτσουρα μιαν αγκαλιά

πίνανε και φασκομηλιά

είχανε και ένα καπόνι

στρογγυλό σαν το πεπόνι.

Εις τον τέντζερε το έβρασαν

Και κάθισαν να φάνε.

Είχανε και χοιρινόν

Που το έκαμαν ψητόν.

Μίαν σούβλαν μεγάλην, γεμάτην

Με την θρούμπην για σαλάταν.

Το τραπέζι ετοιμάσανε

Και εκαθήσαν να φάνε,

γύρω γύρω τα παιδιά

δίπλα στη φωτογονιά.

Ο Παπάς επροσκύνησε

το τραπέζι ευλόγισε

και ο πόλεμος ηρχισε

και εκαταπίνανε τις γουλιές!

ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ω καουρεκοκιάερε καλέ χελιδονάτσι

τάν τζέα μοι εκάνερε να ποίερε κονάτσι

να φτιάσερ’ τα φωλλυάντυ, ν’ ανοίτσερε πουλάντζια

ωσά τσ’ ετύου ώμορφα χρυσά χελιδονάντζια.

Αλλ’ άλε μοι παρακαού, οπά τα ξενικεία

Πφούρ’ επεραΐρε τάσου τάν Αρακία ;

Τσι τόποι δά οράτσερε ;

Πετούντα πφούρ’ εζάτσερε ;

Χελ. Οι Γεραννοί με αγναί, τσαί τάνου τα φτερά σου

‘γγραΐα τα νυχάντζα μοι, τσαί απ’ τα ιουχάσου

ψυούχρε βατσούλι άρτετ’ έμα κίντε τάν πορεία

πφ’ ήγγι’ έχουντε του γούε σου, για ταν οδοιπορία

επεραΐα πέαγο άτ’ ε τσαί ερηνιά

τα’ εζάκαμ’ τσ’ εκατσάκαμε τάσου ταν Αρακία,

Ανθπήποι κατακούβανοι τσαί μελησσοί ωράκα

Τσαπόλυτοι ξεσκούφουτοι, τσαι ιόμασι σαν θράκα.

ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ω! Καλώς ήλθες καλό χελιδονάκι

Στο σπίτι μου ήλθες να κάνεις

Να φτιάσης τη φωλιά σου, να ανοίξεις πουλάκια,

Ωσάν και ‘σένα εύμορφα χρυσά χελιδονάκια.

Αλλ’ ειπέ μου, παρακαλώ, εκεί στην ξενιτειά

Πώς επέρασες μέσα στην Αραπιά,

Και τι τόπους δα είδες;

Και πετώντας πώς επήγες;

Χελιδόνι: Οι Γερανοί μ’ επήρανε και πάνω στα πτερά των

‘κόλλησα τα νυχάκια μου, και από τα ράμφη των

ψυχρό νεράκι αρκετό επίναμε στο δρόμο

που είχανε στης γούσες των για την οδοιπορία.

Επέρασα πέλαγος τρανό καθώς και ερημιά

Και επήγαμε και εκαθήσαμε μέσα στην Αραπιά.

Ανθρώπους κατάμαυρος και μελισσόχροας είδα,

Ξυπόλυτους, ξεσκούφωτους, και ζέστη σαν ανθρακίαν.

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΕ

Έζακα τασ’ τον καφενέ να ράου τς ‘νι ποίνται

Τσ’ έρεκα σοι μιτσοί τσ’ άτ οι καφέ , τσιγάρο κίντε

Άλλ’ είγκι κίντε ναργιλέ , τσ’ άλλοι φουσκονιλλιά

Τσαι άλλοι δίχουντε συχνά τσαι παίζουνται χαρκία

Σ’ ένα με τούρ άσοι σοι για πρέφα ‘κει μουντάρου

Τσ’ ο άλλε με τα φλότα σοι το α’ κεί κιαμάρου .

Φωνά, τσαι άλλητέ άτ’ έ καπνέ, τσαι δυσωδία

από τα χνούα τα περσά τσαι τα πολυλογία

έκει γιοματ’ ο καφενέ, οίμε ω δυστηχία

γκαρέν’ από τούρ’ άρχουντε όκι’ έχου ομιλία

ν’ αλλίωΐ για τα τσοινά πράμματα τα πατρίδα

ν’ αφίωΐ τα διαίρεσι π’ έκάνε σαν ακρίδα.

<<ώ αγαπηθούννι άλλοι να νυρίζωΐ σαν άνθη>>.

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ

Επήγα μεσ’ στον καφενέ ίνα ιδώ τι κάμουν

Και ηύρα μεγάλους και μικρούς, καφέ, τσιγάρο πίναν

Αλλοι έπιναν ναργιλέ και άλλοι φασκομηλιά

Και άλλοι έβηχαν συχνά και έπαιζαν χαρτιά.

Ο ένας με τους άσσους του για πρέφα αγοράζων

Και ο άλλος με τα φλότα του το τρία του φωνάζων

Φωνές και θόρυβος πολύς, καπνός και δυσωδία

Από τα χνώτα τα πολλά και την πολυλογία

Πλήρης ήτο ο καφενές, οίμοι! Τι δυστυχία !

Κανείς από τους άρχοντες δεν είχε ομιλία

Να είπωσι δια τα κοινά πράγματα της πατρίδος

Να αφήσωσι την διαίρεσιν, που ήλθεν ως ακρίδα.

Ώ, Θεέ μου, φώτισέ τους να αφήσουνε τα πάθη

Να αγαπηθούνε όλοι να μυρίζουνε σαν άνθη.

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2008

Τσακωνικα Τραγουδια


Σου ειπα μανα

Σού ειπα μάνα, καλή μου μάνα
Σού ειπα μάνα, πάντρεψέ με
Σού ειπα μάνα, πάντρεψέ με
Σπιτονοικοκύρεψέ με

Και στα ξένα, καλή μου μάνα
Και στα ξένα μη με δώσεις
Και στα ξένα μη με δώσεις,
Μάνα θα το μετανιώσεις



Για' στα ξένα, καλή μου μάνα
Για' στα ξένα θ' αρρωστήσω
Για' στα ξένα θ' αρρωστήσω,
Μάνα θα πρωτομιλήσω.



Θα μιλήσω, καλή μου μάνα
Θα μιλήσω της κουνιάδας
Θα μιλήσω της κουνιάδας,
Και της πρώτης συννυφάδας



Θα μου πουν, καλή μου μάνα
Θα μου πουν πως δεν αδειάζω
Θα μου πουν πως δεν αδειάζω,
Και θα βαριαναστενάζω



Και θα στείλω, καλή μου μάνα
Και θα στείλω να σε φέρω
Και θα στείλω να σε φέρω,
Και δεν ξέρω που θα σ' εύρω



Η στον ποταμό, καλή μου κόρη
Η στον ποταμό θα πλένω,
Η στον ποταμό θα πλένω,
Η στη βρύση θα λευκαίνω.



Απατζά το Μαραθία
Απατζά, τσυρά Μαρούα Απέναντι, κυρά Μαρία

Απατζά το Μαραθία Απέναντι στο Μαραθιά
Απατζά το Μαραθία Απέναντι στο Μαραθιά
Τσ' ακατούσε τάν Ελία κι αποκάτω στην ελιά
Τσ' ακατούσε τάν Ελία κι αποκάτω στην ελιά
εξεχάτσε ταν κουνία εξέχασε τη στάμνα

Ζατσ' ο βού, τσυρά Μαρούα πήγε το βόδι, κυρά - Μαρία
Ζατσ' ο βού ταν Ελία πήγε το βόδι στην ελιά
Ζατσ' ο βού ταν Ελία πήγε το βόδι στην ελιά
Τα' εκατσούτσε ταν κουνία κι έσπασε τη στάμνα
Τσίντα βου', τσυρά Μαρούα Οδύρεται σκούζοντας η κυρά Μαρία,
Τ'σίντα, βούα α κακομοίρα Οδύρεται, σκούζει η κακομοίρα
'πού να ζάει τα μετσύα πώς να πάει στη μυτριά
'πι θα νι κιάσει με ταν πράνα που θα την πιάσει με την πράνα (κόπανο)
να νι ποι' όα κουβάνα να την κάνει κατάμαυρη (απ' το ξύλο).



Μια λυγερή

"Μια λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"

Του δραμαλη

"Πουάντζα, 'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)



"Εσείς χελιδονάκια μου, που πάτε στον αέρα
δώστε μαντάτα στο βοριά σ' όλα τα βιλαέτια,
πάτησαν τη Μονεμβασιά, σε πέντε-δέκα μέρες
θα 'ρθουν τα τσακωνόπουλα κι ο καπετάν Γεωργάκης
να δεις πραστιώτικο σπαθί, τσακώνικο ντουφέκι "


Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Οι Τσακωνες!


Η ιστορία της Τσακωνιάς χάνεται στα βάθη των αιώνων και στο θάμπος του μύθου και του θρύλου. Μα η παρουσία των κατοίκων της είναι ζωντανή και εναργής σ' όλη την ιστορία της φυλής μας. Άμεσοι απόγονοι των Δωριέων, οι Τσάκωνες διατήρησαν, στα απομονωμένα και κακοτράχαλα βουνά τους, ανόθευτη τη ρίζα τους, τα ήθη και έθιμά τους.
Λιτοδίαιτοι, σκληροτράχηλοι, φιλόπονοι, τολμηροί, ευφυέστατοι μα, προπάντων, φιλελεύθεροι, οι Τσάκωνες, βρίσκονται σε συνεχή αναστάτωση με τους κατά καιρούς κατακτητές που ερήμωναν τον Ελλαδικό χώρο, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τη χώρα μας.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως οι Τσάκωνες αποτελούσαν από την εποχή του Ιουστινιανού (527-565) τα επίλεκτα σώματα των καστροφυλάκων και της σωματοφυλακής των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Είναι οι πραγματικοί ακρίτες του Βυζαντίου. Γι' αυτό είχαν επιτύχει ειδικά προνόμια από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, δηλαδή επιτράπηκε μόνο σε αυτούς, να ιδρύσουν αποικία στην Κωνσταντινούπολη. Στο βυζαντινό δε στρατό υπήρχε στρατιωτικό αξίωμα "Στρατοπεδάρχης των Τσακώνων".
Οι Τσάκωνες δε δέχτηκαν ποτέ τον ξενικό ζυγό. Μετά την άλωση της Πόλης οι υπόδουλοι συνέρχονται, οργανώνονται και ξεφυτρώνουν οι πρώτες επαναστατικές αντιδράσεις. Στα χρόνια που ακολουθούν και μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης, στην ακμάζουσα Ελληνική κοινότητα του Πραστού, δε διέμενε ούτε ένας Τούρκος. Εκεί βρήκε πρόσφορο έδαφος να απλώσει το δίκτυό της η Φιλική Εταιρεία (Φ.Ε.).
Με την ίδρυση της Φ.Ε. το 1814 στην Οδησσό από τον Νικόλαο Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ έχουμε την αρχή του τιτάνιου έργου της προετοιμασίας και της οργάνωσης του επαναστατικού αγώνα. Αργότερα, θα έρθει η ώρα που σημαντικοί Τσάκωνες θα μυηθούν στο σκοπό της. Ο Σπετσιώτης καπετάν Γεώργιος Πάνου, αφού μυήθηκε από τον Τριπολιτσιώτη μεγαλέμπορο στην Πόλη, Παναγιώτη Σέκερη, αποφάσισε να μυήσει τους Πραστιώτες συνέταιρούς του στις ναυτικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Τον καπετάν Γιώργη, τον Παναγιώτη Μίχα, τον γιατρό Γιωργάκη Παπαδόπουλο, τον ιερέα Κυριάκο και τον μεγάλο εφοπλιστή Κώνστα-Χατζή-Παναγιώτου Πολίτη.
Το 1818 φτάνει στον Πραστό απεσταλμένος της Φ.Ε. ο ιερωμένος Διονύσιος Πύρρος και μυεί τους προεστούς του Πραστού, ώστε λίγο πριν την επανάσταση η ύπαρξη της Φ.Ε. να αποτελεί κοινό μυστικό. Έτσι, όταν ήχησε η σάλπιγγα της Ελευθερίας, οι Τσάκωνες βρέθηκαν έτοιμοι για τον μεγάλο αγώνα.
Οι Τούρκοι άρχιζαν να υποψιάζονται και ζήτησαν εγγυήσεις. Τότε η Τσακωνιά στέλνει, ως εξιλαστήριο θύμα, τον πρόκριτο Πραστού, Γιαννούλη Καραμάνο, όμηρο, μαζί με άλλους Αρχιερείς και προκρίτους του Μοριά, για να καθησυχάσει τους ανήσυχους πασάδες.

Τα Καλάβρυτα και η Καλαμάτα, όπως είναι γνωστό, διεκδικούν τα πρωτεία της κήρυξης της επανάστασης κατά τις 23-25 του Μάρτη 1821. Κι όμως, η ηρωική Τσακωνιά ήταν αυτή που, πολύ νωρίτερα από κάθε άλλη Ελληνική περιοχή, έδωσε το σύνθημα της επανάστασης.
Οι Τσάκωνες του Πραστού που μένουν το χειμώνα στο Λεωνίδιο στέλνουν στη Μάνη, στις αρχές του Μαρτίου, τον Τριαντινό, να συνεννοηθεί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Εκεί συναντάται με τον Ράμφο, επίσημο απεσταλμένο της Φ.Ε. Μαζί τους παίρνουν οδηγίες, τη σημαία και επιστρέφουν στο Λεωνίδιο στις 16 Μαρτίου του 1821. Μόλις έγινε αυτό, ξεσηκώνονται όλοι με ζητωκραυγές και πυροβολισμούς, συλλαμβάνουν τον Τούρκο τελώνη του λιμανιού του Λεωνιδίου, πηγαίνουν με πομπή στο Ναό της Παναγίας όπου ψάλλεται δοξολογία και ευλογούνται τα όπλα και η σημαία, που είναι λευκή με ένα σταυρό στη μέση, ένα φίδι, του οποίου το κεφάλι τρυπάει μια κουκουβάγια .
Μετά ανακύπτει θέμα αρχηγίας, μια και περνούν πια στη δράση. Τη διεκδικούν ο Γούλελος, ο Καραμάνος, ο Κώστας του Χατζή κι ο καπετάν Γιωργάκης. Τελικά βρίσκεται λύση: Στέλνεται ο ικανός Εμμανουήλ Κριμήτσος στις Σπέτσες, με σκοπό να ξεσηκώσει τους Σπετσιώτες και να φέρει όπλα και πολεμοφόδια. Στις 20 Μάρτη επιστρέφει ο Κριμήτσος με φορτίο ενός πλοίου. Άμεσα αποστέλλουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στο στρατόπεδο των Βερβένων. Στρατολογούν και οπλίζουν εξακόσιους άνδρες, οι οποίοι διαιρούνται σε δύο σώματα, το ένα υπό τον καπετάν Γιωργάκη-Μανωλακη με υπαρχηγό τον Γεώργιο Γούλελο και το άλλο υπό τον Κώστα Χατζή και Καραμάνο με υπαρχηγό τον Παναγιώτη Σαράντη. Στις 25 Μάρτη, ημέρα του Ευαγγελισμού, συγκεντρώνονται στρατός και λαός στην εκκλησία, όπου οι ιερείς σε μια κατανυκτική τελετή, ευλογούν τα όπλα. Ξεκινούν οι μάχιμοι. το πρώτο σώμα για τα Βέρβενα όπου και ο άλλος στρατός για την πολιορκία της Τριπολιτσάς και το δεύτερο σώμα για την πολιορκία του φρουρίου της Μονεμβασιάς.

Δημοτικό τραγούδι αναφέρει για το Πραστιώτικο σπαθί και τον ηρωισμό των Τσακώνων:

"Εσείς χελιδονάκια μου, που πάτε στον αέρα
δώστε μαντάτα στο βοριά σ' όλα τα βιλαέτια,
πάτησαν τη Μονεμβασιά, σε πέντε-δέκα μέρες
θα 'ρθουν τα τσακωνόπουλα κι ο καπετάν Γεωργάκης
να δεις πραστιώτικο σπαθί, τσακώνικο ντουφέκι"

Το τμήμα των Τσακώνων που τράβηξε για τη Μονεμβασιά είχε καπετάνιο τον Γεωργάκη Μανωλακη ο οποίος έφτασε εκεί από τους Μολάους και οχυρώθηκε στη θέση "Βοχάδα", κοντά στη γέφυρα που επικοινωνούσε η Μονεμβασιά με τη στεριά, ώστε απέκοψε τις επικοινωνίες κι ενοχλούσε τους πολιορκημένους πια Τούρκους.
Τέσσερις μήνες διήρκεσε η πολιορκία του κάστρου, του οποίου η παράδοση έγινε στις 23 Ιουλίου 1821. Στις μικροσυμπλοκές που έγιναν κατά την πολιορκία αυτή, αναδείχτηκαν οι παλιοί Κλέφτες Μιχάλης Γκιόρος, Πάνος Ρέππας και ο Γεώργιος Γούλελος, Γ. Τσουκάτος, Κ. Μάνος, ο μικρός Μαλάτος, οι οποίοι έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης.
Μετά την παράδοση της πόλης της Μονεμβασιάς, στις 23 Ιουλίου 1821, ο καπετάνιος των Τσακώνων καπετάν-Γεωργάκης Μανωλακης διορίστηκε "Φρούραρχος Μονεμβασιάς". Σύντομα όμως ο Τσάκωνας οπλαρχηγός παρέδωσε την φρουραρχία, για να μεταβεί και να αγωνιστεί στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά.
ο δεύτερο τσακώνικο στρατιωτικό σώμα με 250 Τσάκωνες και με αρχηγό τον Καπετάν-Παναγιώτη Σαράντη τράβηξε για την πολιορκία της έδρας του πασά του Μορέως, Τριπολιτσάς κι έμεινε στο Στρατόπεδο των Βερβένων.
Στις διάφορες συμπλοκές με τους Τούρκους σκοτώθηκαν στο χωριό Βέρζοβα δύο τσακωνόπουλα, ο Στάθης του Κώστα Στάθη κι ο Διαμαντής. Μαζί με τον Γιωργάκη Μανωλακη οι Τσάκωνες πλησίασαν στο χωριό Στενό κι ύστερα προσέγγισαν την Τριπολιτσά, πιάνοντας την επάνω ράχη, στο λεγόμενο "Πηγάδι της Βολιμής".Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση "στους φίλους τους", να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.
Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε "τους φίλους" του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.
Όταν φέρουμε στο μυαλό μας το σημαντικότερο στρατιωτικό κέντρο της Νότιας Ελλάδας και την ιστορική άλωση, αμέσως οι θυμητικές μας παραστάσεις, μας φέρνουν την εικόνα του στρατηγού του αγώνα, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Είναι βέβαια αναντίρρητο, πως στον Κολοκοτρώνη οφείλεται η πολιορκία της στρατιωτικής αυτής πόλης του Μοριά, διότι ο Κολοκοτρώνης επέμεινε σ' αυτό και το κατόρθωσε. Αλλά η άλωσή της οφείλεται σε εκείνον που άνοιξε τις πόρτες του κάστρου της, αφού, όπως είπαμε πιο πάνω, δεν έγινε πολεμική έφοδος, να κυριευθεί η πόλη από στρατιωτικά τμήματα με επικεφαλής πολεμικό ηγέτη.
Αυτή η μεγάλη επιτυχία και το λαμπρό κατόρθωμα οφείλονται στον Τσάκωνα αγωνιστή Μανώλη Δούνια (ή Ντούνια). Εκείνος είναι ο "Πορθητής της Τριπολιτσάς". Κι όμως, αυτό το περίφημο παλικάρι έμεινε αγνοημένο και μόλις, τα τελευταία χρόνια, μέσα από τη σύγχυση της Ιστορίας, μέσα από τα παραποιημένα γεγονότα και μέσα από τις διάφορες εκδοχές και ανακρίβειες ξεπροβάλλει, για να πάρει τη θέση που του πρέπει.
Τον Φεβρουάριο του 1822 δόθηκε διαταγή στα στρατιωτικά σώματα των Επαρχιών Αγίου Πέτρου και Πραστού να ακολουθήσουν τον Νικηταρά (Νικήτα Σταματελόπουλο), σε μια εκστρατεία στη Ρούμελη. Στα τέλη Μαρτίου, στις συμπλοκές και μάχες που έγιναν στη Στυλίδα (χάρτης) και στην Αγία-Μαρία, πολεμώντας ηρωικά οι Τσάκωνες έχασαν τρία παλικάρια τους: Τον Μιχαήλ Οικονόμου, τον Θεόδωρο Μπουγά και τον Γεώργιο Χρηστίνα.
Το καλοκαίρι του 1822, κατέβηκε πολύς Τούρκικος στρατός με αρχηγό τον Δράμαλη και οι Έλληνες με την σοφή στρατηγική του "Γέρου του Μοριά", Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, συγκεντρώθηκαν στην Αργολίδα, στο Παλαιόκαστρο του Άργους και στους Μύλους.
Ο καπετάν Γιωργάκης με τους Πραστιώτες και ΑγιοΠετρίτες, επτακόσιοι-οχτακόσιοι τον αριθμό, έφθασαν στους Μύλους την κρίσιμη εκείνη στιγμή και μπήκαν στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη και του Κολοκοτρώνη. Αφού έκαψαν τα σπαρτά στον κάμπο του Άργους, συγκρούστηκαν με την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη, κλείστηκαν μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη στο φρούριο του Άργους και, ύστερα από πολιορκία μερικών ημερών, έκαναν ηρωική έξοδο, κατά την οποία κινδύνεψαν πάρα πολύ, μαζί με αυτούς και ο Υψηλάντης. Τελικά, κατάφεραν να σωθούν.
Στις μάχες των Δερβενακίων έλαβαν μέρος κι οι Τσάκωνες. Μάλιστα αναφέρεται ο Πέτρος Θερμογιάννης, ο οποίος με εξήντα συμπολίτες του ακολούθησε τον περίφημο Νικηταρά και πολεμούσε κοντά του. Κατά την υποχώρηση του Δράμαλη, οι Τσάκωνες τοποθετήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη στη μάχη της Κλένιας σε θέση στρατηγική και δώσανε τη χαριστική βολή στο μεγάλο Σερασκέρη (τουρκ. στρατιωτικός διοικητής). Εκεί σκοτώθηκαν δύο γενναίοι Τσάκωνες: ο μπουλουξής (διοικητής άτακτου, μικρού στρατιωτικού σώματος) Νικόλαος Χουλιαράς και ο Γιάννης Αντριάς, "αφού έκαμαν το χρέος των, το δεκαπλάσιον εις τον εχθρόν" .

Τη συμμετοχή τους επιβεβαιώνει κι ένα ιστορικό κλέφτικο τραγούδι.

"Πουάντζα, 'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)

Ακόμα, στην πολιορκία του Ναυπλίου (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1822) σκοτώθηκε κι άλλο ένα τσακωνόπουλο, ο Γιάννης Λάμπρος. Οι Τούρκοι της πόλης με συνθήκη την παραδίνουν στον Κολοκοτρώνη την 1η Δεκεμβρίου 1822. Σε όλες τις περιόδους των χρόνων του πολέμου της Επανάστασης, οι Τσάκωνες δίνουν το παρόν προσφέροντας ένοπλους πολίτες, άφθονο χρήμα και πλούσια εφόδια.
Τον Αύγουστο του 1822 ο Πάνος Κολοκοτρώνης βρίσκεται στον Πραστό και συγκεντρώνει χρήματα. Τότε ειδοποιείται από τους Σπετσιώτες ότι επίκειται κατάπλους του Τουρκικού στόλου με άμεσο στόχο την καταστροφή του νησιού. Από εκεί, με την βοήθεια του Γιαννούλη Καραμάνου και των άλλων Προκρίτων, συγκεντρώνει τετρακόσιους Τσάκωνες, και πάνε στις Σπέτσες, όπου και παρέμειναν προστατεύοντας το νησί. Έτσι, δεν επαναλήφθηκε και στις Σπέτσες, η σφαγή των Ψαρών και της Χίου.
Όταν γράφονται οι μελανές σελίδες του Εμφύλιου σπαραγμού (1823-1825) και οι διαμάχες μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών, Ρουμελιωτών και Μοραϊτών, οι Τσάκωνες φάνηκαν διαλλακτικοί και σώφρονες, εκφράζοντας όμως πάντα την συμπάθειά τους προς τον Κολοκοτρώνη, στον οποίο συμπαρίστανται στις δραματικότατες ημέρες του διωγμού του και στη φυλάκισή του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821-1822), ο Δημήτριος Καραμάνος και στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας (1823) ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ως πληρεξούσιος των Τσακώνων, συντελούν στον κατευνασμό των πνευμάτων.
Ακόμη δεν έχουν επουλωθεί οι πληγές του εμφύλιου σπαραγμού και ένας νέος κίνδυνος απειλεί τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου αποβιβάζεται στο Μοριά, με σκοπό να καταπνίξει την Επανάσταση, εκμεταλλευόμενος τη διχόνοιά τους. Σημειώνει μεγάλες επιτυχίες και κυριεύει τα πιο σπουδαία στρατηγικά σημεία. Δυστυχώς πολιτικοί και στρατιωτικοί υπογράφουν προσκυνοχάρτια και αναγνωρίζουν τον Αιγύπτιο, για να γλιτώσουν. Ο Ιμπραήμ σκορπίζει σε όλη την Πελοπόννησο τον τρόμο, τον θρήνο και τον οδυρμό. Από το πέρασμά του μένει η φρίκη και η ερήμωση. Πανικός έχει καταλάβει τους πάντες. Ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας συμβουλεύει επίμονα την κυβέρνηση Γεώργιου Κουντουριώτη, να αποφυλακίσει "τον Γέρο του Μοριά" και έτσι γίνεται.
Ο μόλις αποφυλακισθείς από τους αντιπάλους του, Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας είναι οι μόνοι που διατηρούν το θάρρος τους. Ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζει τη "Νέαν Στατηγικήν", να μην δίνει μάχη, αλλά να παρενοχλεί τον αιμοδιψή Αιγύπτιο και να τον φθείρει.
Το καλοκαίρι του 1825 οι Τσάκωνες πολεμιστές βρέθηκαν στους Μύλους, στα Βέρβενα, στην Νταβιά, στην Τεγέα και όπου αλλού μπόρεσαν με κλεφτοπόλεμο να αντιμετωπίσουν τους στρατιώτες του. Θύματα στους αγώνες αυτούς οι Τσάκωνες είχαν αρκετά. Σκοτώθηκε ο Δημήτρης Γεωργίτσης, ο Γιωργάκης Νικολέσης, ο Δημήτρης Τσούχλος και ο Π. Βουρλιώτης.
Ο στρατός του Ιμπραήμ μπαίνει και στην Τσακωνιά. Στην Καστάνιτσα βρίσκουν αντίσταση από τον ηρωικό αγωνιστή Τσάκωνα Γιάννη Καψαμπέλη, ο οποίος οχυρωμένος στον ομώνυμο πύργο του, υπερασπίζεται την τιμή του χωριού του. Ο Αιγύπτιος, ντροπιασμένος, αποχωρεί και κατευθύνεται στον ακμάζοντα Πραστό (Σεπτέμβριος 1826). Οι Πραστιώτες είναι οχυρωμένοι στους πύργους τους, ενώ ο Ιμπραήμ περικυκλώνει το χωριό. Τρεις μέρες περιμένει, να παραδοθούν οι Πραστιώτες. Αυτοί τον παραπλανούν με την αναμονή τους, ενώ αποφασίζουν να φύγουν όλοι για το Λεωνίδιο, "το σίγουρο τόπο", σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, επειδή βλέπουν το μάταιο του αγώνα τους.
Μέσα στις νύχτες, αθέατοι, εγκαταλείπουν τον Πραστό, αφού παρέλαβαν ό,τι μπορούσαν από τα κειμήλιά τους, από τα πλούτη τους, από τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει. Προηγουμένως, είχαν μεταφέρει στο Λεωνίδιο, από την εκκλησία της Παναγίας, το ξυλόγλυπτο τέμπλο της, έναν επιβλητικό πολυέλαιο και την εικόνα της Παναγίας του Πραστού. Όλα στολίζουν σήμερα την εκκλησία της Παναγίας του Λεωνιδίου.
Όταν ο Ιμπραήμ αντιλήφθηκε την φυγή τους, διέταξε λεηλασία και φωτιά σε ό,τι έμεινε. Όλα παραδόθηκαν στις φλόγες και μεταβλήθηκαν σε αχνίζοντα ερείπια. Κάηκε ολόκληρος ο Πραστός, με τα χίλια διακόσια (1200) σπίτια του.
Μερικές γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν, κλείνονται στον πύργο του Γούλελου και αρνούνται να παραδοθούν. Οι εχθροί τον κυριεύουν και διατάσσουν την εκθεμελίωσή του. Σήμερα, από τον πολυτραγουδισμένο αυτόν πύργο του Γούλελου δεν μένουν παρά ένας σωρός από πέτρες. Και ο Πραστός εγκαταλείφθηκε για πολλά χρόνια, αφού οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο-Αντρέα.
Σήμερα, ο Πραστός, γεμάτος ερείπια μέσα από τα οποία ξεφυτρώνουν αραιά σπίτια, όσα έχουν ξαναχτιστεί, είναι μια σβησμένη εικόνα της παλιάς του δόξας. Μια θλιβερή εικόνα, η οποία δείχνει ολοφάνερα ότι από εκεί πέρασε ο Ιμπραήμ και φέρνει την ανάμνηση της σκληρότητας του Τουρκοαιγύπτιου πασά

Η λαϊκή Μούσα θρηνεί:

"Μια λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"


Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2008

Α. Σ. ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ 1932-2008


Από τα παλιά χρόνια, από το 1932 υπάρχει ο Α. Σ. Λεωνιδίου.
Ομάδα κλασικού αθλητισμού υπήρχε από το 1936 από όσο ξέρω και έφτασε μέχρι το παναθηναϊκό στάδιο. Πρώτοι ήταν ο Φιλιππας Δ. Βλάμης, Ιωαννης Σμυρος (Κονιορδος), Κανακης κωστας, ο Ντουβλεκης, ο παππαστελιος, ο Πέτρος Ρήγας από τον Κοσμά, ο Φάνης Βλάμης ο οποίος έλεγε στα γεράματα του ότι ερχόταν από το μεροχωρο όταν έβλεπε αθλητές στο γήπεδο <<εγώ στα νιάτα μου Γιώργο, ήμουν πολύ σβέλτος>> ο Σπύρος ο Βλάμης, ο Φιλιπας Πουτσελας ο οποίος στο τέλος πήγαινε για μποξέρ και παλαιστής.
Στο ποδόσφαιρο δεν υπήρχε πρόοδος παρότι υπήρχαν παιδιά που το αγαπούσαν, ήταν ο Αθ. Κατσιγκρης που δεν το αγαπούσε και οποίος κλοτσούσε μόνο μπάλα έλεγε ``να κοπεί το πόδι από τη ρίζα``. αλλά τα παιδιά της εποχής του πενήντα είχαν αγαπήσει το ποδόσφαιρο και άρχισαν να φτιαγνουν της πρώτες ομάδες που έπαιζαν κρυφά από τους καθηγητές. Υπήρχαν οι αλάνες του Τζακα και του Παπασαραντη στο κοιλασο, το αλώνι του Γουλελου και το γήπεδο όταν είχανε ελευθεριά. από τους πρώτους ποδοσφαιριστές ήταν ο (Παπαρουνας) Ηλίας Δραπανιας, οι Πουτσελεοι, μάλιστα πολύ καλός ήταν ο Μιχάλης Πουτσελας, ο οποίος έπαιζε σε μεγάλη ομάδα στην Αθήνα, ο Βασίλης Γεωργίου (Αβδελας), τα χαραμακια, ο Θεόδωρος Χοντζοπουλος, ο Θανάσης ο Νικολάου της ΔΕΗ (ο Βοβουλας) Ο Γεώργιος Χιώτης ο Μπουτακας, ο Βασίλης Καττης (Φαραώ), ο Μαχαιράς, ο Νίκος Μακριμηχαλος (ο Μποχαρ) και νεώτεροι, ο Νίκος Φασιλης (Αράπης), ο Μιχάλης Σωτηρίου, οι αδερφοί (Ατιλη) Δημήτριος Διαμαντής και Θόδωρος, ο Παπαχρηστοπουλος ο καθηγητής, ο Χρηστάκης ο εφοριακός, ο Δημοσθένης ο πολίτης, ο Γκεκας, ο Αντώνης Ζαροκωστας η` <<ποδιας>> απο την πραγματευτη, ο γράφων, Γεώργιος Πηλιουρας, ο Μανώλης ο Χειλαρης (καθηγητής) ο Νίκος ο Λάτσης (Γκλιας), ο (Λουμουμπας) Πραγματοπουλος, ο Ξυνταρης, ο Κωσταντελος από το Παλαιοχωριο, ο Προφυρης από το Μαρί, ο Σταύρος ο ναύτης, ο Δραπανιωτης ναύτης από τις Σπέτσες, ο Ντίνος ο Λουρδης από το παράλιο Αστρος και πολλοί άλλοι.
Αυτή ήταν η εποχή του 55 με 65.
Το 1957 ήταν δήμαρχος ο Στυλιανος Μερικακης. Ο Γιάννης Ρουσαλης (Τσιφουτης), ο Νίκος ο Μαλλατος ο οποίος πλήρωνε αδρά ο Ρολογάς και άλλοι.
Ο τότε Υπουργός Τρύφωνας Τριανταφυλλάκος ο οποίος είχε εκπρόσωπο του στο Λεωνίδιο το Ρεππα, ήταν Υπουργός τύπου και αθλητισμού και κατασκεύασε στην Τρίπολη το εθνικό στάδιο Τρίπολης και το γήπεδο του παναρκαδικου. κατά τη γνώμη μου, για να εισπράξει ψήφους και να κάνει και ένα καλό του Ρεππα και του Λεωνιδίου, τον ενημερώνει να κάνει μια ομάδα ποδοσφαίρου για να δικαιολογήσει στην κυβέρνηση και να της κατασκευάσει στάδιο.
Το γήπεδο που υπήρχε στο Λεωνίδιο επειδή ο κ Κατσιγκρης ήταν γυμναστής δεν ξέρω πως τα είχε καταφέρει και ήταν του γυμνασίου.
Γιαυτό λοιπών έγινε και δεύτερη ομάδα στο Λεωνίδιο με την ονομασία <<Πανκυνουριακος αθλητικός όμιλος Λεωνιδίου>> (Π.Α.Ο.Λ). Με ποδοσφαιριστές τον Γιάννη Μαχαίρα, τον Κωσταντελο από το παλαιοχωρι, τον Ξηνταρη, τον Πραγματοπουλο Κ. (Λουμουμπα) καλό σέντερ φορ τον Θεόδωρο Σταυροπουλο, τον Τάκη Ζωταλη, τον Γρήγορη Δραπανιωτη (ναύτη Σπετσιώτης) τον Νίκο Λάτση (Γκλια), τον Βασίλη Ζαροκωστα (πόδια) είχε και τα δύο πόδια καλά, τον Γιάννη Προφυρη από το Μαρί, και τον γράφοντα Γεώργιο Πηλιουρα καθώς και άλλους μικρότερους.
Η ομάδα έφτασε στην πρώτη κατηγορία και ως εκ τούτων οι ομάδες του Λεωνιδίου έβγαζαν σπαθιά και στους φιλάθλους και στους παίχτες. από την άλλη πλευρά ο Ρεππας με τον Τριανταφυλλάκο αποφάσισαν να κατασκευάσουν το στάδιο από το Μάρσαλ έως τα Σφαγεία.(βεβαία τα σφαγεία τότε δεν υπήρχαν) στο αριστερό μέρος του δρόμου προς το βουνό. έφτασαν μηχανικοί, μετρούσαν, είχαν κάνει και μακέτα με τις κερκίδες προς το βουνό. Δυστυχώς το 1962-63 έχασε ο Καραμανλής της εκλογές και έμειναν με τα χαρτιά, ως εκ τούτου μετά από 2-3 χρονιά διέλυσε και η ομάδα όπως ήταν φυσικό διότι ήθελε και λεφτά.
Η ομάδα <<Λεωνίδας>> είχε και καλό κλασικό αθλητισμό, για 20 περίπου χρόνια λάμβανε μέρος σε αγώνες περιφερειακούς, πανπελοποννησιακούς, ακόμα και στο παναθηναϊκό στάδιο.
Η ομάδα είχε ως αρχηγό τον εξαίρετο αθλητή ταχυτήτων και αλμάτων τον μακαρίτη Δημήτριο Ν. Βλάμη (ΝΤΟΛΑ) <<αιωνία του η μνήμη>>. Είχε διαπρέψει σε καλές θέσεις και στο πένταθλο και στο δέκαθλο στο Παναθηναϊκό στάδιο την εποχή του 58-62. Είχε βγει πρώτος το 1951 (αν θυμάμαι καλά) στην Κορέα. Η καθημερινή έγραφε τότε με τετράστηλα στην πρώτη σελίδα για τα Ελληνόπουλα στην Κορέα και αναφερόταν στον Μήτσο το Βλάμη, ήταν η ψύχη της ομάδας. Ενας άλλος αθλητής ήταν ο Γιώργος ο Διαμαντής (Ατιλης) άλτης και δρομέας, ο Μίμης ο Κολινιωτης, ο Στρατής Κούνιας, ο Δημήτρης Καμβύσης (μελισσης), ο Μπαρουνης, ο Κλαδιτης, ο Καραδημας, ο Τάκης ο Ζωταλης, ο Γιώργος ο Πηλιουρας (της Δημαρχίας), ο γράφων, ο Νίκος ο Τσουκατος, (Κικιτσας) ο Γιώργος ο Μιχαλαριας, ο Μανώλης ο Κυριος ( Βαλμας), και πολλοί άλλοι κατώτεροι.
Στο Λεωνίδιο την εποχή του εξήντα κάναμε αγώνες στο στάδιο του Λεωνιδίου την Δευτέρα του Πάσχα <<Τα Λεωνιδεια>>, έφταναν αρκετοί αθλητές από τον πειραια, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και τον Πανελλήνιο. Αναφέρω κάτι ενδεικτικό, κάθε χρόνο ερχόταν ένα γεροντάκι, αθλητής μεγάλων αποστάσεων. από την ώρα που άρχιζαν οι αγώνες γύρο τις 3 έως την υποστολή της σημαίας στις 7 το βράδυ αυτός έτρεχε συνεχώς γύρο από τον αγωνιστικό χώρο, ελεγετο Κουσιδης και όταν περνούσε κάθε φορά μπροστά από της κερκίδες τον χειροκροτούσαν και τον επεφυμουσαν, δεν είχαμε μετρήσει πόσες στροφές του γηπέδου έκανε, 200? 300?..τώρα βέβαια θα έχει πεθάνει, <<αιωνία του η μνήμη>>.
αυτή είναι η ιστορία του αθλητισμού στο Λεωνίδιο. Για αυτή μπορώ να γράψω γιατί την έζησα, για την νεώτερη ας γράψουν οι νεώτεροι!!
Στην φωτογραφία από τους παναρκαδικους αγώνες 25-09-1959 εξ αριστερών Στρατής κούνιας, Τάκης Ζωταλης, Γεώργιος Δ. Πηλιουρας, Νίκος Μαλλατος (πρόεδρος του Λεωνίδα), Δημήτριος Βλάμης (η ψυχή των αθλητών) και Δημ. Βλάμης. Το πένθος το φέρουμε διότι προ 2 ημερών πέθανε ο αθλητής μας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.

Γεωργιος Πηλιουρας

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

21Ιανουαριου 1949.


Η ΜΆΧΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ
όπως γνωρίζουμε η τρίτη επίθεση των ευρωκομουνιστών κατά της Ελλάδας, έγινε με επίθεση ανταρτών στις 30 Μαρτίου 1946 στο Λιτόχωρο με σκοπό την λεηλασία της πόλεως και πολλά άλλα.Οι επιθέσεις που ακολούθησαν υπήρξε καρπός αποφάσεων της τότε κομμουνιστικής εξουσίας δια την επικράτηση των. Παρότι μετά το μοίρασμα στη γιαλτα η Σοβιετική ένωση δεν μπόρεσε να κρατήσει στην επιρροή της την Ελλάδα. Δια τούτο τροφοδοτούσε κρυφά μεσώ Aλβανιας, Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας ότι ητο απαραίτητο. άρχισαν λοιπών τον ανταρτοπόλεμο σε ολόκληρη τη χώρα με σκοπό να εγκαθιδρύσουν μια ``προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση`` υπό την προεδρία του Μάρκου Βαφειάδη. Το 1948 ήταν έτος αίματος και δακρύων, έστειλαν παιδιά στο παραπέτασμα, κτυπούσαν αστικά κέντρα. Στην πελοποννισο υπήρχαν τρία συγκροτήματα, ένα στον ταιγετο απο τον Κονταλωνη, ένα στον παρνωνα από τον Πρεκεζε και ένα από την περιοχή του Μεναλου απο τον Γκιουζελη οπού ήταν και η έδρα του γενικού επιτελείου Πελοποννήσου. Η κατάσταση το φθινόπωρο του 1948 ήταν πραγματικά δύσκολη. Η ύπαιθρος είχε εντελώς ερημωθεί. είχε παντού χυθεί αυθονο Ελληνικό αίμα. Το Γενάρη του 1949 και μάλιστα τις πρώτες μέρες του μηνά, οι αρχηγοί του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ πήραν την απόφαση να επιτεθούν και κατά της πόλεως του Λεωνιδίου. Να την λεηλατήσουν και να την εξαφανίσουν από το χάρτη. Το Λεωνίδιο δεν υπέστειλε ποτέ τη σημαία του, έστεκε εκεί αδούλωτο, σαν ένα καρφί στο μάτι των εχθρών της πατρίδος. Περίμεναν το χιόνι να φτάσει πλέων του ενός μέτρου στον παρνωνα για να επιτεθούν. δεν πίστευαν ότι το Λεωνίδιο ήταν μια αδούλωτη πόλη που ούτε Τούρκος, δεν είχε πατήσει το πόδι του. Δεν περίμεναν ότι οι 100 φαντάροι τα ΤΕΑ και πολίτες επάνδρωναν τα φυλάκια της πόλεως. Ο καιρός έδωσε τη διαταγή και την νύχτα της 20-21 Ιανουαρίου 1949 ήρθε η ώρα του Λεωνιδίου.Τα φυλάκια της πόλεως επανδρωμένα όπως κάθε βραδύ δεν περίμεναν ότι ο πόλεμος ήταν λίγα μέτρα από τα πρώτα σπίτια. κατά τις 12 τα μεσάνυχτα και την ώρα που έβγαινε το φεγγάρι, ένας χείμαρρος φωτιάς και ριπών θα ξεχυθεί ξαφνικά από τις πλαγιές τον βουνών μαζί με τη φωνή του τηλεβόα να προτρέπει για παράδοση και δολοφονία τον ολίγων αξιωματικών που διεύθυναν την μάχη. Τα συγκροτήματα τον Πρεκεζε και Κονταλωνη, ενωμένα με μια δύναμη 1500 ανταρτών ζητούσαν να ποιούν το αίμα του Λεωνιδίου. Η μάχη είχε γενικευτεί , στο κροτάλισμα των οπλοπολυβόλων και τις ριπές των όλμων, ανακατεύονται με φωνές λύσσας αλλά και οιμωγές τραυματιών που αργοπεθαίνουν ενώ ποδοπατιούνται σ`ένα πεδίο μάχης που μέσα στην αγρία Γεναριάτικη νύχτα παίρνει μυθικές διαστάσεις. σκληροί οι αντίπαλοι. οι λίγοι από την πλευρά της πόλης και οι πολλοί από την πλευρά του βουνού.που προτρέπονται για την τελική γενική έφοδο και τη νίκη. Δεν γνώριζαν ότι εδώ δε πάτησε ούτε ο Ιμπραήμ ούτε κανένας απ αυτούς θα μπει μες το Λενιδι [οπός λέει και το τραγούδι] Η νύχτα προχωρούσε, η βοή της μάχης χάνετε μέσα στα φαράγγια του βουνού και τα ρέματα. Ο Πρεκεζες ωρύεται με τον τηλεβόα από την πλευρά του μεροχωρου <<πάση θυσία να πέσει η μεσαία γέφυρα>>, αυτό ήταν και το αρχικό σχέδιο για να κοπεί το Λεωνίδιο στα δυο. τα φυλάκια όλα καλά κρατούσαν και άντρες και παιδιά από τα σπίτια κουβαλούσαν σφαίρες και χειροβομβίδες στα φυλάκια. Ο ηρωικός Καραγιάννης στη μεσαία γέφυρα που έπεσε όλη η λύσσα, άντεξε. πέντε κανες πολυβόλου άλλαξε.. άρχισε να ροδίζει η ανατολή, οι αξιωματικοί βάση του σχεδίου τους και αφού δεν κατάφεραν σχεδόν τίποτα κατά την αποχώρηση την έπεσαν στο φυλάκιο του μήλου που ήταν λίγοι υπερασπιστές, το φυλάκιο και ύστερα από 6 μπαζούκας που δέχτηκε, έπεσε. Ο ανθυπολοχαγός Λουμπαρδιας Ιωάννης που το υπερασπιζόταν με πέντε οπλίτες και δυο πολίτες θα βρουν το θάνατο. ο εχθρός κατάλαβε ότι και εδώ έχασε το παιχνίδι. Αποχωρώντας βρήκαν καταφύγιο έπειτα από αρκετό δρόμο στο Παλαιοχορι, στον Κοσμά, στον Αγιο Βασίλη και το Πλατανακι. <<Βγήκαμε από την κόλαση του πολέμου και του θανάτου>> έλεγαν. Φτάνοντας στα καταφύγια τους δεν μπορούσαν να φανταστούν τι τους περίμενε την άλλη μέρα εκεί στα υψίπεδα του παρνωνα και πίσω από το τείχος του χιονιού. πίστευαν ότι είναι άτρωτοι και απρόσβλητοι. πημεριαζουν αμέριμνοι στα σπίτια τον χωριών ενώ οι σκοποί τυλίγονται νωχελικά στις κάπες τους και πολΛοι παραδίνονται στον ύπνο. Τα ΛΟΚ που εβρισκονται στην περιοχή της Αράχοβας, αποτελούνται από την Γ` μοίρα υπο της διαταγές του ταγματάρχη Παντελή Παπαθανασιου και την Δ` μοίρα υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Μενελάου Ψαρακη είχαν από πέντε λόχους η κάθε μια, περίπου 700 αξιωματικού και οπλίτες υπό την ενιαια διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη Κωσταντινου Λουμακη. Με το όπλο στο χέρι και με ελαφρύ οπλισμό στης 9 το πρωί της 21 Ιανουαρίου 1949 πήραν σήμα από την ανωτέρα διοίκηση Πελοποννήσου λακωνικό και σαφές. <<από 12 νυχτερινή κομουνιστικά σώματα προέβαλλαν το Λεωνίδιο, κινηθείτε τάχιστα προς συνάντηση και καταστροφή του εχθρού>> Μεσώ Βαμβακους και Βρεσθενων χώθηκαν στη χαράδρα των Τσιτζινων οπού τους τύλιξε το σκοτάδι. πορεία σιωπηλή και σύντομη έως της 11 το βραδύ. Στα 1.000 μετρά μπροστά τους και αφού περάσαν τον Παρνωνα, βρέθηκαν μπροστά σε ένα ολόφωτο χωριό, στα μάτια τους φάνταζε ένα αλησμόνητο θέαμα. Γεμάτο ζωη και κίνηση, τους προκαλούσε με την παρουσία του. ένας επιτελάρχης της μοίρας ενημέρωσε τους λοκαντζηδες και τους ψιθύρισε ευχαριστημένος <<νομίζω ότι αυτή τη φορά τους έχουμε στο χέρι>>. πιάνουν όλοι θέσεις γύρο από το χωριό, αθόρυβα, μέχρι και πίσω από τις μάντρες. Η εντολή ήταν να επιτεθούν με το πρώτο φως, το γλυκοχάραμα, το σύνθημα θα δυνόταν με ριπές από την διοίκηση. με το πρώτο φως της ημέρας άρχισε το κροτάλισμα των οπλών, καταιγιστικά πύρα από παντού, όλοι οι λόχοι άρχισαν από κάθε σημείο μια ορμητική έφοδο που γρήγορα όλο το χωριό ζώστηκε μέσα στη φωτιά και το σίδερο. ο αιφνιδιασμός του εχθρού είχε πετύχει απόλυτα, περάσαν αρκετά λεπτά της ώρας για να δεχτούν οι λοκαντζηδες πυρά από τα παράθυρα. Η μάχη ήταν καταστροφική για τους αντάρτες έμειναν στον τόπο 135 περίπου και άλλοι 70 πιάστηκαν αιχμάλωτοι και τους μετέφεραν οι λοκατζήδες στο Λεωνίδιο. Τα ΛΟΚ είχαν 3 νεκρούς και 2 τραυματίες. Να γνωρίζουμε όλοι ότι οι δίδυμες μάχες σήμαναν το γλυκοχάραμα της νίκης των εθνικών δυνάμεων στην πελοποννησο και διεξήχθησαν από τους Ηρωικούς κατοίκους τού Λεωνιδίου και τους λοκατζήδες της Γ` και Δ` μοίρας καταδρομών. Η μάχη του Λεωνιδίου και τον ΛΟΚ στον Αγιο Βασιλειο δεν έχει σκοπό να αναζωπυρώσει τα μιση εκείνης της εποχής που εύχομαι απ την καρδιά μου να μην ξανάρθει στον τόπο μας <<την Ελλάδα μας>>. έχει σκοπό να θυμίσει τα γεγονότα σε όσους τα έζησαν και να διδάξει όσους δεν τα έζησαν.

Γεωργιος Πηλιουρας