Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΣΤΗ ΤΣΑΚΩΝΙΑ

 Η πρώτη πηγή στην οποία μνημονεύεται ότι η κήρυξη της Επανάστασης στο Λεωνίδιο έγινε στις 16/3/1821 είναι το ηρωικό έπος «Η Λάκαινα» του πρωτοπρεσβύτερου και δάσκαλου Θεόδωρου Οικονόμου που εκδόθηκε το 1859. Ο Οικονόμου ήταν τριτότοκος γιος του Μιχάλη Οικονόμου, πολεμιστή του 1821 που σκοτώθηκε το 1822 στην Αγία Μαρίνα Λαμίας. Από τα εφτά του παιδιά, δύο αγόρια πέθαναν σε ηλικία 26 ετών ( το ένα στο στρατό) και μία κόρη σε ηλικία 24 ετών, δύο χρόνια μετά το γάμο της.
Το 1995 ο Κωνσταντίνος Πενταφρόνιμος, οικονομολόγος, υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ. Σκάλας δημοσίευσε στον Κ. Α΄ τόμο των «Πελοποννησιακών», σειρά που εκδίδει η Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, ημίγνωστη μελέτη του Μιχ. Δέφνερ.
Το χειρόγραφο, αποτελούμενο από 14 σελίδες κόλλας αναφοράς με εξώφυλλο, προέρχεται από δημοπρασία του οίκου Σπανού, έχει τον τίτλο «Η δράσις των Τσακώνων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν» και θεωρεί ως χρόνο έναρξης της επανάστασης στο Λενίδι τα μέσα περίπου Μαρτίου. Στο κείμενο προτάσσεται πρόλογος τεσσάρων σελίδων με πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες.
Ο Δέφνερ κατά τις επισκέψεις του στο Λεωνίδιο το 1874 και 1875 είχε αναπτύξει φιλία με το Νικόλαο Αναγνώστη Ζωγράφο, ο οποίος γεννημένος το 1811 μπορούσε να ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας στα συμβάντα της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Νικόλαος Ζωγράφος μνημονεύεται ως ζωγράφος και ιχνογράφος στο επάγγελμα και διετέλεσε συμβολαιογράφος 1845-1847, 1862-1869, 1871-1882, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Πέθανε στις 29/6/1895 χωρίς απογόνους.
Αυτοπαρουσιαζόμενος ο Δέφνερ μας μεταφέρει στις συζητήσεις που είχε με το Ζωγράφο και τους άλλους γέροντες του Λεωνιδίου κάτω από τις λεύκες του Δαφνώνα· ο φίλος της Τσακωνιάς άκουγε τις διηγήσεις των γερόντων για τα επεισόδια της επανάστασης του 21, στα οποία είχαν λάβει μέρος, και κρατούσε σημειώσεις· συχνά διασταύρωνε τις πληροφορίες από τρεις ή τέσσερις γέροντες. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ασχολήθηκε τέλη 1875 και αρχές 1876 με την ταξινόμηση κατά χρονολογική σειρά των πληροφοριών που είχε καταγράψει. Κατά την τρίτη επίσκεψή του στην Τσακωνιά το 1880 επαλήθευσε πάλι μερικές από τις καταγραφείσες πληροφορίες με σκοπό να τις δημοσιεύσει στο 2ο τόμο εκδιδόμενου από τον ίδιο γερμανικού περιοδικού   Archiv für Mittelund neugriechische Philologie πράγμα που δεν υλοποιήθηκε τότε λόγω οικονομικής αδυναμίας. Το υλικό αυτό δημοσιεύτηκε το 1926, όπως τονίζει ο Δέφνερ.
Στην προετοιμασία των Τσακώνων για την τελευταία και νικηφόρα επαναστατική ενέργεια συνετέλεσαν, εκτός από τα κατάλοιπα της παλιάς κλεφτουριάς του Πάρνωνα και οι ψυχωμένοι Τσάκωνες δάσκαλοι του Γένους Εμ. Τροχάνης, Παν. Μίχας και άλλοι καθώς και οι μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία φιλελεύθεροι Τσάκωνες. Ο τότε επίσκοπος Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Παρδαλός και αρκετοί από τους προύχοντες και λοιπούς συμπολίτες του Πραστού Θεόδωρος Γούλελος, Κωνσταντίνος Χατζηπαναγιώτης, Γιαννούλης και Δημήτρης Καραμάνος, Εμμ. Χατζηγεωργίου, Αναγνώστης Τροχάνης, Γεώργιος Μανολάκης ή Μιχαλάκης, Παπακυριακός, συνολικά 14 εξέχοντες, αλλά και άλλοι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τους αποσταλμένους που έρχονταν διαδοχικά από το 1818 στην περιοχή. Το όνομα του αποσταλμένου της Εταιρείας αρχιμανδρίτη Διονυσίου Πύρρου του Θεσσαλού που αναφέρει η Λάκαινα δε μνημονεύεται από άλλες πηγές.
Ο Σπετσιώτης καραβοκύρης Γεώργιος Πάνου, κουμπάρος του Κώστα Χατζηπαναγιώτη, καθώς είχε συνεταιρικά καράβια με τους Τσάκωνες μεγαλοκεφαλαιούχους κι ερχόταν συχνά στην Τσακωνιά, μύησε το δάσκαλο Παν. Μίχα και το γιατρό Γιωργάκη Παπαδόπουλο, απόφοιτο του Πανεπιστημίου του Χαρκόβου της Ουκρανίας, γαμπρό από κόρη του Κώστα Χατζηπαναγιώτη.
Ο Παπαδόπουλος μύησε άλλους Τσάκωνες καθώς και τον Αγιοπετρίτη Αναγνώστη Κοντάκη και φαίνεται πως έβαλε τον Κοντάκη να πρωτομιλήσει για συνωμοτική δράση στον προεστό Γιαννούλη Καραμάνο που αρχικά είχε αντιρρήσεις, επειδή έβρισκε μπερμπάτικα και μασοναρίες τα λόγια του Κοντάκη. Δεν είναι παράδοξο αυτό, αφού και ο Νικ. Σπηλιάδης, απομνημονευματογράφος του Αγώνα και επί Καποδίστρια Γραμματέας της Επικρατείας ήταν αντίθετος προς τη Φιλική Εταιρεία. Τελικά ο Καραμάνος μυήθηκε στην Εταιρεία.
Οι Τσάκωνες Φιλικοί μεταλαμπάδευσαν την επαναστατική φλόγα και σε άλλους συγγενείς και φίλους, ώστε να περιμένουν όλοι με ανυπομονησία τη μεγάλη ώρα του ξεσηκωμού. Κατά τη Λάκαινα ο μισός πληθυσμός του Λεωνιδίου είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία. Η άφιξη του Σωτήρη Χαραλάμπη στο Άστρος το Δεκέμβρη του 1820 έδωσε αφορμή στον τελικό διακανονισμό των Φιλικών στην Κυνουρία.
Έπειτα από την άφιξη του Παπαφλέσσα στην Πελοπόννησο και τη μυστική συνέλευση των Φιλικών το Γενάρη του 1821 στη Βοστίτσα (Αίγιο), στην οποία δεν είχε πάει για άγνωστους λόγους ο Κοντάκης, έστειλαν οι συγκεντρωθέντες τον Ιερόθεο το Μεγασπηλιώτη σ’ όλη την Πελοπόννησο να γνωστοποιήσει τις μυστικές αποφάσεις. Στο Άστρος βρήκε τον Κοντάκη και, αφού τον ενημέρωσε, ήρθε στο Λενίδι, για να ανταμώσει το Γιαννούλη Καραμάνο, στις 13/2/1821. Στις 22/2/1821 ο Αλέξαντρος Υψηλάντης κήρυξε την έναρξη της επανάστασης στη Μολδοβλαχία.
Στα τέλη Φλεβάρη 1821 έφθασαν δύο ειδήσεις που επιτάχυναν τις εξελίξεις: α) ο απόστολος της Φιλικής Εταιρείας Αριστείδης Παπάς, δάσκαλος, πιάστηκε στη Σερβία έχοντας πάνω του έγγραφα της Εταιρείας (αυτοκτόνησε, αφού πέταξε τα έγγραφα στο Δούναβη). β) Ο Ασημάκης Θεοδώρου από τη Ζάτουνα , γραμματικός του Πασόμπεη πρόδωσε το μυστικό στο Σουλτάνο (ύστερα τον Ασημάκη τον σκότωσαν οι Τούρκοι στις φυλακές της Πόλης). Επαληθεύτηκε το λεγόμενο ότι είναι χρήσιμη η προδοσία, αλλά όχι και ο προδότης.
Έπειτα από τα δύο αυτά γεγονότα ο τοποτηρητής του Χουρσήτ πασά κατά συμβουλή των ντόπιων αγάδων, για να εξασφαλιστεί, έχοντας στα χέρια του εξέχοντες Μοραΐτες, κάλεσε στην Τρίπολη μετά τις Απόκριες* τους μεγάλους κληρικούς και προεστούς με την πρόφαση κάποιας σύσκεψης’ στάλθηκαν δύο διαταγές αλληλοδιαδόχως στον Καραμάνο. Αν και του σύστησαν να προσποιηθεί τον άρρωστο, αυτός προτίμησε να πάει εκεί, για να διασκεδάσει τις υποψίες των τουρκικών αρχών και να προλάβει ενδεχόμενες συμφορές για την επαρχία του. Από τον καζά (επαρχία) Αγίου Πέτρου και Πραστού ίσως είχαν προσκληθεί μόνο ο Αναγνώστης Κοντάκης και ο Γιαννούλης Καραμάνος, ως εκπρόσωποι του Αγίου Πέτρου και της Τσακωνιάς αντίστοιχα.
Στις 02/3/21 ο Καραμάνος ήρθε με τον ταμία του στα Αγιαννίτικα Καλύβια (Μεσόγειο Άστρος) και, αν και μπορούσε να διαφύγει στις Σπέτσες, συνέχισε προς Τρίπολη, παρά τις επίμονες προσπάθειες των άλλων να τον μεταπείσουν.  Εδώ επαληθεύεται το λεχθέν: «Στους ανθρώπους έρχεται η ανάγκη να πουν το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι΄ αποφασίζοντας ανάλογα τραβούν προς την τιμή.» Ο Καραμάνος ζήτησε και από τον Κοντάκη να πάει, αλλά αυτός προτίμησε να μην τον ακολουθήσει, με το επιχείρημα ότι ήθελε να μαζέψει χρήματα από την επαρχία, για να τα στείλει στους Τούρκους.
Μαζί με τον πρόκριτο της Θυρέας Πάνο Σαρηγιάννη μάζευαν χρήματα με τα οποία «εμπούκωναν», όπως λέει, τους Τούρκους, για να τους καθησυχάσουν, ενώ παράλληλα ετοίμαζαν όπλα και τροφές που αγόρασαν από τις Σπέτσες στέλνοντας εκεί τον Αντώνη Τερζάκη, κουνιάδο του Κοντάκη. Τα πολεμοφόδια αυτά τα μεταφέρανε νύχτα σε σπηλιά, 2½ ώρες μακριά από τον Πραστό,  κατά το μοναστήρι της Έλωνας· μόνο το καλαμπόκι μεταφέρανε στον Άγιο Πέτρο, για να μη φαίνονται και να δικαιολογούνται οι διάφορες αυτές κινήσεις.

*Λέει ότι άφησε τους ραγιάδες να φάνε πρώτα τα χοιρινά τους.
    
      Οι περισσότεροι από τους προσκληθέντες πήγαν στην Τρίπολη κι εκεί οι Τούρκοι τους κράτησαν ομήρους και ύστερα τους φυλάκισαν. Η ομηρία των παραπάνω επιτάχυνε  την έναρξη του Αγώνα, αν και οι φυλακισμένοι αναγκάστηκαν να στείλουν επιστολές στις πατρίδες τους και νουθεσίες στους άλλους προκρίτους, για να μη διασαλευτεί η τάξη. Από τους 40-50 περίπου ομήρους διασώθηκαν πιθανότατα μόνο 05· στον Καραμάνο επετράπη και βγήκε, ημίθνητος, όπως γράφεται, λίγες μέρες πριν από την άλωσή της, κατά το Γιαννάκη Σαραντάρη στις 10/9/21. Πέθανε σε βαθιά γεράματα το 1850 στην Αθήνα.
Τρεις μήνες πριν ηχήσει η σάλπιγγα της Λευτεριάς οι Τσάκωνες ήταν έτοιμοι για το Μεγάλο Αγώνα. Ο Γεώργιος Μανολάκης με το γαμπρό του Θεόδωρο Βαρβέρη και άλλους οικείους του ετοίμαζαν κρυφά όπλα και πολεμοφόδια στο σπίτι του· παρόμοια προετοιμασία γινόταν παράλληλα και από άλλους συμπολίτες από τους μυημένους στη Φιλική Εταιρεία.
Αρχές Μάρτη του 21, μετά από σύσκεψη παραγόντων της Τσακωνιάς στο Λενίδι, όπου παραχείμαζαν οι περισσότεροι Πραστιώτες ( ανέβαιναν στον Πραστό μετά το Πάσχα), στάλθηκε ο Νικόλαος Τριαντίνος, ένθερμος υποστηρικτής της επανάστασης στη Μάνη, στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, για να πάρει οδηγίες και να φέρει υπεύθυνες πληροφορίες. Επιστρέφοντας από τη Μάνη ο Τριαντίνος συναντήθηκε στο Γύθειο με τον αποσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Κωνσταντίνο Ράμφο που είχε μαζί του σημαίες και έφερνε οδηγίες και, αφού ενημερώθηκε διεξοδικά, μετά από επίπονη πεζοπορία έφτασαν μαζί στο Λενίδι κατά τις 16/3. Παραθέτω εδώ πληροφορία του Φωτάκου: «Κατά τα μέσα Μαρτίου το πράγμα επροχώρησεν πολύ, όλοι οι Πελοποννήσιοι το εγνώριζαν, άφησαν όλες τις δουλειές τους και εις τα πράγματα του πολέμου μόνον ενασχολούντο.»
Καθώς οι Τριαντίνος και Ράμφος συνοδευόμενοι με φρουρούς κατηφόριζαν από το δρόμο των Τσιταλίων, ένας συνοδός τους πυροβόλησε στον αέρα υψώνοντας τη σημαία σ’ ένα μακρύ κοντάρι· έτσι δηλωνόταν η κήρυξη της Επανάστασης. Ανεμίζοντας τη σημαία απαγγέλλοντας επαναστατικά εμβατήρια προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης αλλά και ανείπωτου ενθουσιασμού στους τσάκωνες.. Ζητωκραυγάζοντας έσπευσαν στη θέση Μαραθιά να τους προϋπαντήσουν, να τους εναγκαλιστούν και να καμαρώσουν την πρώτη ελληνική σημαία. Η σημαία είχε σύμβολα σταυρό στη μέση, ένα φίδι και πάνω μία κουκουβάγια να τρυπάει το κεφάλι του. Η φοβέρα που τα ‘σκιαζε όλα επί τόσα χρόνια αποτινάχτηκε. Ομοθυμαδόν και με οδηγό τη σημαία συνέρρευσαν ενθουσιασμένοι στην ευρυχωρότερη εκκλησία του Λεωνιδίου, την Ευαγγελίστρια, όπου οι ιερείς, αφού έστησαν τη σημαία στο τέμπλο του ναού, ανέπεμψαν συγκινητική δέηση, για την ευόδωση του ιερού αγώνα και την ελευθερία της πατρίδας.


Τσαγκούρης Παναγιώτης 
                                         
(Η πρώτη σημαία – λάβαρο που σήκωσαν οι Τσάκωνες στις16/3/1821)
Όμως ανέκυψε πρόβλημα με την αρχηγία· δε συμφωνούσαν ποιος θα κρατούσε τη σημαία
που την θεωρούσαν θεόσταλτη. Από το πλήθος άλλοι ήθελαν ως αρχηγό το Γούλελο, άλλοι τον Καραμάνο, άλλοι τον Κώστα Χατζηπαναγιώτη, άλλοι το κοινό των Τσακώνων κι άλλοι τον καπετάν Γιωργάκη Μανολάκη, τον οποίο ο ποιητής της Λάκαινας, επηρεασμένος από τον Όμηρο, παρομοιάζει με τον προδωδεκαθεϊκό γίγαντα, Βριάρεω· φαίνεται ότι ο Καπετάν Γιωργάκης ήταν σωματώδης. Αποτέλεσμα της φιλονικίας ήταν να σχίσουν τη σημαία σε 12 κομμάτια και να πάρει από ένα κάθε καπετάνιος, για να το φυλάξει ως κειμήλιο. Την πληροφορία αυτή δίνει η Λάκαινα , αλλά και ο Δέφνερ.
Η φιλοδοξία του καπετάν Γιωργάκη φαίνεται και σε έγγραφο του 1821· μνημονεύεται σ’ αυτό ότι προσεκόμισε στη δημογεροντία έγγραφο με μερικές υπογραφές ζητώντας να του επικυρώσουν, με το οποίο έγγραφο οριζόταν πληρεξούσιος σε εθνοσυνέλευση αυτός κι ο Ιωάννης Γούλελος. Η δημογεροντία το επικύρωσε μόνο ως προς δύο υπογραφές που αναγνώρισε.
Η φλόγα της επανάστασης είχε λαμπαδιάσει και τίποτα δεν ήταν δυνατό να τη σταματήσει. Στις 17/3 ο Γεώργιος Γούλελος με το Σαράντη συνέλαβαν τον Τούρκο τελώνη της Πλάκας μαζί με τη φρουρά. Συμβούλιο τοπικών παραγόντων επέλεξε τον Εμ. Κριμήτσο, άντρα τολμηρό, ειδήμονα και με πειθώ να ενημερώσει τους Σπετσιώτες για τα εδώ συμβάντα, να φέρει πολεμοφόδια και να τους παρακινήσει να εξεγερθούν ετοιμάζοντας τα πλοία τους.
Τις μέρες εκείνες ήρθε αποσταλμένος από τα Λαγκάδια ο γιος του προεστού Γιάννη Δεληγιάννη, Νικόλαος που συγκρότησε συμβούλιο στο σπίτι του Θόδωρου Γούλελου, στο οποίο παραβρέθηκαν οι επισημότεροι της πόλης και ρυθμίστηκαν τα αφορούντα την επανάσταση και τις εκστρατείες. Ως απεσταλμένοι ήρθαν επίσης οι φιλικοί Αναγνώστης Παπαγεωργίου (Αναγνωσταράς), Ηλίας Χρυσοσπάθης και Χαράλαμπος Μάλης που κι αυτοί είχαν επαφές με τους τοπικούς ιθύνοντες.
Μετά την αναχώρησή τους έγινε γενική συνέλευση, στην οποία πήραν μέρος όλοι οι ιερείς, αλλά και οι Γουλελαίοι, Χατζηπαναγιωταίοι, Καραμαναίοι και άλλοι. Σ’ αυτήν, αφού έγινε διεξοδική ανταλλαγή απόψεων, αποφασίστηκε να πάρουν οι μάχιμοι τα όπλα και να συνεισφέρουν ο καθένας υλικά κατά τις δυνάμεις του. Εξέλεξαν και πενταμελή δημογεροντία από τους Γούλελο, Μερίκα, Τσικαλιώτη, Μίχα και Αρκουδάρη. Αυτή θα αποφάσιζε για εκστρατείες, στρατολογία, εράνους, διαχείριση χρημάτων και για την τάξη γενικά.
Την οπλαρχηγία ανέλαβαν ο Γεωργάκης Μανολάκης που ανήκε στην παράταξη του Γούλελου και ο ιατροχειρουργός Κώστας Χατζηπαναγιώτης που ανήκε στη μερίδα του προεστού Γιαννούλη Καραμάνου· σύντομα όμως ο Χατζηπαναγιώτης παραιτήθηκε εκουσίως από την οπλαρχηγία υπέρ του συγγενούς του Παναγιώτη Σαράντη. Οι δύο οπλαρχηγοί ετοίμασαν τις σημαίες τους που έφεραν πάνω το σταυρό και κάτω την επιγραφή Ελευθερία ή Θάνατος, συνέλεξαν ανά 250-300 στρατιώτες ο καθένας και, προμηθεύτηκαν τροφές και πολεμοφόδια από δικά τους και από συνεισφορές.
Ο καπετάν Γιωργάκης Μανολάκης με υπαρχηγό τον ανιψιό του Γεώργιο Γούλελο κατά το Δέφνερ εξεστράτευσε για τη Μονεμβασιά στις 18/3, κατ’ άλλους στις 20/3, αφού είχε επιστρέψει από τις Σπέτσες ο Εμ. Κριμήτσος.
Στις 20/3 επέστρεψε ο Κριμήτσος με όπλα, φάρμακα και τη χαρμόσυνη είδηση ότι έπεισε τους Σπετσιώτες να επαναστατήσουν. Κατά τη Λάκαινα το πλοίο από τις Σπέτσες έφερε όπλα μπαρούτη και 10.000 οκάδες αλεύρι. Έπειτα οι Τσάκωνες έφτιαξαν φυσέκια και κιβώτια για την αποθήκευσή τους, καθώς και παξιμάδια από τα αλεύρια μ’ ένα σκοπό και μια καρδιά: για τον αγώνα της λευτεριάς. Ενώ ετοιμάζονταν πυρετωδώς για τον ξεσηκωμό ήρθε επιστολή από τον έγκλειστο στην Τρίπολη Γιαννούλη Καραμάνο που τους συμβούλεψε να μην επαναστατήσουν. Όμως δεν άλλαξαν γνώμη· αντίθετα πίστεψαν πως το γράμμα γράφτηκε κάτω από την πίεση των Τούρκων πασάδων.
Ο καπετάν Γεωργάκης, αποκαλούμενος Κολοκοτρώνης της Τσακωνιάς είναι η σπουδαιότερη αγωνιστική τσακώνικη μορφή και αναγνωρίστηκε αργότερα αξιωματικός Ε΄ τάξης, δηλαδή ταγματάρχης. Στο τάγμα του είχε αξιωματικούς, εκτός από τον υπαρχηγό Γεώργιο Γούλελο, το Νικόλαο Γκιόρα από την Καστάνιτσα, τους Πραστιωτολενιδιώτες Γιαννάκη Σαραντάρη, Παναγιώτη Ρέπα (ανδραγάθησε), Νικόλαο Χουλιαρά, Εμ. Γ. Μπουγά, Νικόλαο Παναγιώτου, Γεώργιο Ανδρέου, Μιχαήλ Αρκουδάρη και μερικούς άλλους. Σημαιοφόρους, δηλαδή υπαξιωματικούς είχε το Νικόλαο Ρέπα και αργότερα το Δήμο Σμύρο και τον Ιωάννη Γεωργίτση ή Μπαριακτάρη. Στην πολιορκία της Μονεμβασιάς έλαβαν επίσης μέρος οι παρακάτω κάποιοι από τους οποίους αναγνωρίστηκαν αργότερα από την Επιτροπή Εκδουλεύσεων αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί: Παναγιώτης Ιω. Πολίτης, Νικόλαος Λ. Καρακλής, Κωνσταντίνος Πέτρου (αξιωματικοί Ζ΄ τάξεως)· Εμ, Δ. Καραμάνος (υπαξιωματικός Α΄ τάξεως)· Θεόδωρος Γ. Καλλιγάς (υπαξιωματικός Β΄ τάξεως). Έλαβαν επίσης μέρος οι Πέτρος Θερμογιάννης, Μ. Μπουτσελάς(ανδραγάθησε), Γεώργιος Τσουκάτος, Κωνσταντίνος Μάνος ή Ρέμπελος, Κανάκης, Μαλέας, Μαλάτος ο μικρός, Θεόδωρος Γούλελος, Νικόλαος Γεωργίου Σαραντάρης:το πιστοποιητικό του το υπογράφει ο καπετάν Γιωργάκης, το έχει ο αρχιτέκτονας Παν. Σαραντάρης και ίσως είναι αδημοσίευτο. Νικόλαος Σταματόπουλος:διηγήθηκε το 1874 στον Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλο πολλά επεισόδια της πολιορκίας και της άλωσης της Μονεμβασιάς. Μανόλης Τσούχλος:αργότερα διετέλεσε διευθυντής της Αστυνομίας Αθήνας και βουλευτής Κυνουρίας. Επίσης πήραν μέρος Πάνος Δρεπανιάς από τον Κοσμά και Γιαννάκης Κόλλιας από την Κουνουπιά.
Ο επικεφαλής του άλλου τάγματος Παναγιώτης Σαράντης εθεωρείτο ένας από τους γενναιότερους αξιωματικούς του αγώνα και αναγνωρίστηκε αξιωματικός  Ε΄ τάξεως. Αξιωματικούς είχε το Θεόδωρο Πολίτη (Ζ΄ τάξεως), το Δημήτριο Κουκούλη, τον αδελφό του Νικόλαο Σαράντη. Σημαιοφόρους είχε τον Εμ. Γ. Δούνια και τον Εμ. Καλλιγά (Λενιδιώτες)· επίσης το Διάκονο του Σαχάνη και Ιωάννη Προβατάρη (Πραστιώτες) που παραχείμαζαν το χειμώνα στον Άγιο Ανδρέα.
Στις 25/3 κηρύχθηκε επίσημα η επανάσταση, έγινε πάλι δοξολογία, κοινώνησαν οι στρατιώτες και μίλησε ένας ιερέας με πάθος για το μελλοντικό Αγώνα. Οι στρατιώτες αφού εξοπλίστηκαν, συγκεντρώθηκαν στη θέση Πύργος· η θέση αυτή είναι η περιοχή γύρω από την πλατεία της 25ης Μαρτίου, όπως έχω παρατηρήσει στα παλιά συμβόλαια. Ο Νίκ. Τριαντίνος είναι πιθανότατα ο επονομαζόμενος Πολύτιμος και φαίνεται είναι το ίδιο πρόσωπο με τον αναφερόμενο σε επιστολή του 1839 (την έχει ο Παν. Σαραντάρης), στην οποία μνημονεύεται ότι είχε ζήσει στη Ρωσία.
Τα δύο τμήματα με επικεφαλής τον καπετάν Γιωργάκη και τον Κώστα Χατζηπαναγιώτη ασπάσθηκαν το Ευαγγέλιο, ενώ οι ιερείς ευλόγησαν τις σημαίες. Οι άμαχοι έκλαιγαν και αγωνιούσαν για τους δικούς τους που ήταν ασυνήθιστοι στις εκστρατείες. Ο γραμματέας Μενέλαος, λογάς και τολμητίας Κανικλείδης που μίλησε μετά, για να δώσει θάρρος στους στρατιώτες θα είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του παπα-Θόδωρου Οικονόμου· ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος είχε γεννηθεί το 1791 και ήταν συμβολαιογράφος· ο 2ος λεγόταν Παναγιώτης και τον βρίσκουμε παρακάτω στη Λάκαινα.
 Στη συνέχεια το τάγμα του καπετάν Γιωργάκη ξεκίνησε προς τη Μονεμβασιά, ενώ το τάγμα του Παναγιώτη Σαράντη προς Τρίπολη μέσω Σώπορου.
Προανέφερα ότι κατά το Δέφνερ ο καπετάν Γιωργάκης ξεκίνησε για τη Μονεμβασιά στις 18/3· κατ’ αυτόν η πολιορκία της πόλης άρχισε πιεστικά από τις 25/3. κατά το Φωτάκο η πόλη πολιορκήθηκε μετά τις 25/3, αφού ο μητροπολίτης Έλους Άνθιμος ευλόγησε τις σημαίες των πολιορκητών και αφού ο καπετάν Γιωργάκης είχε φτάσει εκεί με 250 Τσάκωνες. Κατά τη Λάκαινα στις 27/3 οι Τσάκωνες του καπετάν Γιωργάκη έφτασαν στο χωριό Άγιος Νικόλαος Μονεμβασιάς, όπου με πρωτοβουλία του οπλαρχηγού Κρανίδη πήραν τα πρώτα τουρκικά λάφυρα· αυτά ήταν κοπάδια αιγοπροβάτων και βοδιών για τον επισιτισμό του στρατού.
Την άλλη μέρα 28/3 έφθασαν στην τοποθεσία Χρανάπα, απέναντι από τη Μονεμβασιά, όπου και περίμεναν τέσσερις μέρες, για να ενημερωθούν για την κατάσταση και για διαθέσεις των Τούρκων. Ο καπετάν Γιωργάκης έστειλε τον πεθερό του Αναγνώστη Τροχάνη στις Σπέτσες να ζητήσει βοήθεια με πλοία, την οποία και έλαβε αργότερα χάρη στην συμβολή του Χατζηπαναγιώτη, του Χατζηγεωργίου ή Κριμήτσου και του Κωνσταντίνου Τσικαλιώτη που είχαν επιρροή στους Σπετσιώτες λόγω των εμπορικών μεταξύ τους σχέσεων.
Στο μεταξύ έφτασαν και άλλα στρατιωτικά τμήματα στη Μονεμβασιά:οι οπλαρχηγοί Γ. Δρίβας από Κρεμαστή, Γιαννάκης Κόλλιας από Κουνουπιά, Πάνος Δρεπανιάς από Κοσμά, Δ. Γορανίτης από Λεβέτσοβα, οι Μανιάτες Δ. Τσιγγουράκος, Τζανετάκος, Π. Κοσονάκος, Μαντζώρος, Γιαννακούρης, οπότε οι πολιορκητές αναθάρρησαν κι έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση με εντολή, όπως φαίνεται, του καπετάν Γιωργάκη που αναχαιτίστηκε από τα πυρά των Τούρκων.
Ο οπλαρχηγός Γερακάρης κατά τη Λάκαινα είπε ότι οι εχθροί ήταν άτρωτοι και ότι οι Έλληνες, αν δεν έφτιαχναν οχυρώματα, θα ήταν αδύνατο να λυγίσουν τους Τούρκους· κουβαλώντας πέτρες όλη νύχτα έφτιαξαν ταμπούρια, πίσω από τα οποία κρύβονταν οι στρατιώτες που πολεμούσαν εναλλάξ. Έτσι άρχισε τακτική η πολιορκία του σπουδαίου κάστρου που διήρκεσε μήνες. Στο διάστημα αυτό ήρθαν έξι πλοία (μπρίκια) από Σπέτσες και Ύδρα με τους Γεώργιο Πάνου, Ηλία Μπρέσκα και Πανταλέοντα Μπούμπουλη που έφεραν ενισχύσεις στους πολιορκητές.
Μόλις πλησίασε το Πάσχα 10/4/21, οι στρατιώτες, προπαντός οι Μανιάτες ήθελαν να φύγουν και δημιουργήθηκε πρόβλημα για τη συνέχιση της πολιορκίας. Ο καπετάν Γιωργάκης και ο Γεώργιος Γούλελος προσπάθησαν επιχειρηματολογώντας να τους μεταπείσουν, αλλά μάταια. Μόνο ο Γερακάρης και ο Κρανίδης έμειναν με τους Τσάκωνες, για να συνεχίσουν την πολιορκία.
Ενώ η πολιορκία συνεχιζόταν, ήρθαν πληροφορίες μέσω γέροντα πεζού Λενιδιώτη για τη δράση του άλλου τμήματος των Τσακώνων που είχε πάει να κυκλώσει την καστρογυρισμένη Τριπολιτσά και βρισκόταν στο στρατόπεδο των Βερβένων. Εκεί 1.000 περίπου Τσάκωνες και Κυνουριείς φρουρούσαν άγρυπνα τη δίοδο προς την Κυνουρία, για να αναχαιτίσουν ενδεχόμενη εκστρατεία των Τούρκων προς αυτή.
Μετά από ομηρικές συγκρούσεις σώμα με σώμα στις 10/7 ο Γεώρ. Γούλελος με σπαθισμό σκότωσε το Χασάν μπέη· όμως την ίδια στιγμή πυροβολήθηκε από το φρούριο θανάσιμα. Σκοτώθηκαν επίσης οι Κωνσταντίνος Μάνος ή Ρέμπελος, Γεώργιος Τσουκάτος, Μαλάτος ο μικρός και άλλοι 12 στρατιώτες. Αφού έγινε ανταλλαγή νεκρών, ακολούθησε η ταφή τους με στρατιωτική παράταξη, ενώ ο καπετάν Γιωργάκης ακολουθούσε την πομπή οδυρόμενος.
Τη σκηνή του ενταφιασμού ακολούθησε, κατά τη Λάκαινα, άλλη φρικιαστική στιγμή, κατά την οποία οι Τσάκωνες με προεξάρχοντες τους αγωνιστές Νικόλαο Ιατρού και Νικόλαο Καρακλή, τον Κουνουπιώτη καπετάνιο Γιαννάκη Κόλλια και το Μανιάτη γέροντα Γερακάρη επέπεσαν εναντίον Τούρκων αιχμαλώτων και τους κομμάτιασαν πάνω στους τάφους των ηρωικών και προσφιλών τους νεκρών.
Οι Τούρκοι λόγω των μεγαλύτερων απωλειών που είχαν αλλά και της πείνας (λέγεται ότι από την πείνα έφαγαν το κεφάλι του Γούλελου) συνθηκολόγησαν και παρέδωσαν το κάστρο στις 23/7 ή κατ’  άλλους (το Δέφνερ) στις 21/7· οι διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 18/7. ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δύο πλευρών έχουμε μέχρι και τις 29/7.
Το κάστρο παραδόθηκε στον αντιπρόσωπο του αρχηγού Δημητρίου Υψηλάντη, πρίγκιπα Αλέξανδρο Κατακουζηνό που εμπιστεύθηκε τη διοίκηση στον καπετάν Γιωργάκη. Οι Έλληνες μπαίνοντας στη Μονεμβασιά έπεσαν στη συγκέντρωση των λαφύρων παραβιάζοντας τις γενόμενες συμφωνίες και σκοτώνοντας όσους εχθρούς έβρισκαν μπροστά τους.
Η αποχώρηση του καπετάν Γιωργάκη από τη φρουραρχία της Μονεμβασιάς, την οποία άσκησε μόνο για δύο μέρες, εμφανίζεται από τη Λάκαινα ως δυσαρέσκεια για την αρπαγή λαφύρων από τους Σπετσιώτες. Όμως οι Τσάκωνες συναγωνιστές του καπετάνιου εμφανίζουν δύο διαφορετικές εκδοχές. Κατά το Μανόλη Τσούχλο ο ενθουσιασμός για την πατρίδα ανάγκασε τους Τσάκωνες και τον καπετάν Γιωργάκη να μη θέλουν να μείνουν αργοί στο φρούριο κι αμέτοχοι στους άλλους επαναστατικούς αγώνες. Ο Γιαννάκης Σαραντάρης αλλά και ο Δέφνερ γράφουν ότι η αποχώρηση του καπετάνιου έγινε μετά από διαταγή του Θόδωρου Κολοκοτρώνη και ότι, για αν βρεθούν σύντομα στην Τρίπολη, έστειλε και το γιο του Γενναίο να τους συνοδέψει. Φεύγοντας ο οπλαρχηγός εμπιστεύθηκε το φρούριο στους πλοίαρχους Σπετσιώτες που διόρισαν φρούραρχο τον Τζανετάκο.
Στις 10/8/21 το τάγμα του καπετάν Γιωργάκη μαζί με οπλαρχηγούς από τα Λυμποχώρια, συνολικά πάνω από 400 στρατιώτες και με τον Ιωάννη (Γενναίο ) Κολοκοτρώνη έφτασαν στα περίχωρα της Τριπολιτσάς. Εκεί ενώθηκαν με τα τμήματα του Παναγιώτη Σαράντη, Ζαφειρόπουλου, Κοντάκη, Γιατράκου και λοιπών, οι οποίοι αναγνωρίζοντας την ικανότητα του καπετάν Γιωργάκη ανέθεσαν σ’ αυτόν την αρχηγία όλου του σώματος που έφτανε στις 3.000 περίπου άντρες.
Ο επιχειρηματικός Γεώργιος Μανολάκης τοποθέτησε το στρατό του στη Βολιμή κι έπειτα πλησίασε στα τείχη της πόλης μέχρι βολών πυροβόλου πολιορκώντας στενά το νοτιοανατολικό μέρος της, ενώ τα στρατεύματα των άλλων οπλαρχηγών και του αρχηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη πολιορκούσαν την πόλη από απόσταση κατά τα υπόλοιπα μέρη.
Στις 10/9 απελευθερώθηκε από τους Τούρκους ο Γιαννούλης Καραμάνος με την ελπίδα να διασωθούν, αν έπεφτε η Τρίπολη. Κατά τις 12/9 ο Καϊμακάμης και οι λοιποί αγάδες της Τρίπολης βλέποντας ότι οι Έλληνες τους περικύκλωσαν ασφυκτικά έστειλαν αποσταλμένους στο Δημήτριο Υψηλάντη ζητώντας να συζητήσουν για παράδοση. Από την Πέμπτη 22/9 οι Τούρκοι ήταν απασχολημένοι στη γενική τους συνέλευση και είχαν αφήσει αφύλαχτες τις τάπιες, αλλά και τα σπίτια τους ακόμη. Η άλωση της πόλης έγινε στις 23/9 με τέχνασμα του Μανόλη Δούνια πρώτα από την πύλη του Ναυπλίου.
Κατόπιν οι Τσάκωνες άνοιξαν την πύλη του Μυστρά στη θέση Ματζαγρά, από την οποία εισέβαλε ο Κεφάλας με άλλους οπλαρχηγούς· στάλθηκε και ένας σημαιοφόρος και ύψωσε την ελληνική σημαία στο ψηλότερο τζαμί στο κέντρο της πόλης. Κατά την έφοδο και την λυσσώδη τριήμερη και φονική συμπλοκή για την επιτευχθείσα κατάληψη της μεγάλης τάπιας στη δυτική πλευρά της πόλης ο Θ. Κολοκοτρώνης έχασε πάνω από 178 στρατιώτες· ο καπετάν Γιωργάκης έχασε τον Ιω. Ανεζύρη, το Γεώρ. Σκουντριάνο ή Κροντηρά και 20± ακόμη στρατιώτες του.
Οι Τσάκωνες είχαν αιχμαλωτίσει τον Κεχαγιάμπεη – τον είχε στείλει ο Χουρσίτ πασάς από τα Γιάννενα με 3.500 Αλβανούς για να καταπνίξει την επανάσταση στην Πελοπόννησο και να σώσει τα χαρέμια του- καθώς και την οικογένεια του Χουρσίτ, αλλά παρέδωσαν αυτούς στον αρχηγό των όπλων Θ. Κολοκοτρώνη, αφού πριν τους οδήγησαν στο σπίτι του Μουσταφάμπεη για ασφάλεια.
Πριν από την άλωση της Τρίπολης είχε συσταθεί Πελοποννησιακή Γερουσία προεδρευόμενη από τον επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο, με μέλη το Δημήτριο Καραμάνο και το Νικόλαο Δεληγιάννη. Μετά την άλωση της πόλης ο Γεωργάκης Μανολάκης και ο Παναγιώτης Σαράντης πρώτοι εξεστράτευσαν στο Ναύπλιο.
Ο τουρκικός στόλος περιέπλευσε τον Αργολικό κόλπο, για να ανεφοδιάσει τους πολιορκούμενους στο Ναύπλιο Τούρκους. Οι οικογένειες των Σπετσιωτών λόγω της απειλούμενης απόβασης Τούρκων στο νησί τους πήγαν στην Ύδρα και στο Λενίδι· από τους Λενιδιώτες 300± στρατιώτες οδηγούμενοι από τον αρχηγό Γιωργάκη Μανολάκη με συμμετοχή και του Γιαννούλη Καραμάνου μετέβησαν στις Σπέτσες για να τις υπερασπιστούν κατά ξηρά μαζί με τον Πάνο Κολοκοτρώνη* που βρέθηκε τυχαία εκεί, ενώ οι Σπετσιώτες και Υδραίοι με πλοία από τη θάλασσα. Ο Τούρκος ναύαρχος φοβούμενος τα στρατηγήματα των πυρπολητών νησιωτών έφυγε άπρακτος χωρίς να κατορθώσει να πάει τροφές στο Ναύπλιο· έτσι οι Τσάκωνες επανήλθαν στην πολιορκία του Ναυπλίου που παραδόθηκε στις 30/11/1822.
Ενώ οι Τούρκοι βρίσκονταν στην πολιορκία του Ναυπλίου, διατάχθηκαν από την Πελοποννησιακή Γερουσία να σπεύσουν στα Δερβενάκια για να αντιμετωπίσουν το Δράμαλη ερχόμενο στην Πελοπόννησο με 40.000 στρατό. Νωρίτερα στις 04/2/22 είχαν διαταχθεί τα στρατεύματα των επαρχιών Αγίου Πέτρου και Πραστού να ακολουθήσουν το Νικηταρά σε εκστρατεία στην Ανατολική Ελλάδα. Σε μάχες στην περιοχή της Λαμίας πολέμησαν ηρωικά και οι Τσάκωνες και θυσιάστηκαν τρία παλικάρια, οι Μιχ. Οικονόμου (Κανικλής), Θεόδωρος Μπουγάς και Γεώρ. Χριστίνας.
Τελευταία να μη ξεχνάμε και την ολοκληρωτική καταστροφή του ένδοξου Πραστού (Μητρόπολη της Τσακωνιάς) το 1826 από τις ορδές του Ιμπραϊμ – Πασά
Ας είναι αυτή η απλή εκδήλωση ένδειξη μνήμης και ελάχιστης ευγνωμοσύνης προς αυτούς που αγωνίστηκαν ή και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά μας. Κάποιοι από αυτούς επέζησαν και πήραν συντάξεις και αξιώματα. Άλλοι δεν πήραν τίποτα, είτε επειδή στο μεταξύ πέθαναν είτε επειδή αγνοήθηκαν από το επίσημο κράτος. Στο Δούνια δόθηκε μόνο ένα παράσημο, ενώ άλλοι προσπάθησαν να οικειοποιηθούν τη δόξα του. Στα 1865 τα 4 κορίτσια του ήταν ακόμα ανύπαντρα. Η χήρα του Κουνουπιώτη οπλαρχηγού Γιαννάκη Κόλλια εκλιπαρούσε στα 1847 τη Στρατιωτική Επιτροπή θυσιών και εκδουλεύσεων να της δώσουν 50 δρχ. σύνταξη το μήνα, αφού ο άντρας της είχε χαρακτηριστεί ταξίαρχος και αξιωματικός Α΄ τάξεως.

Άλλωστε γνώριζαν εκ των προτέρων
*είχε σταλεί στην περιοχή, για να συγκεντρώσει εισφορές για τον Αγώνα.

                                                                           Τ.Π

Βιβλιογραφία

1.            «Η δράσις των Τσακώνων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν». Μία ημίγνωστη μελέτη του Μιχ. Δέφνερ. Κων/νου Πενταφρόνιμου. Ανάτυπο από τον ΚΑ΄ τόμο των «Πελοποννησιακών», Αθήνα 1995.
2.            Χρονικά των Τσακώνων  τ. Α΄, Αθήνα  1956.
3.            Χρονικά των Τσακώνων  τ. Β΄, Αθήνα  1961.
4.            Χρονικά των Τσακώνων  τ. Γ΄, Αθήνα   1969.
5.            Χρονικά των Τσακώνων  τ. Ε΄, Αθήνα   1980.
6.             Χρονικά των Τσακώνων  τ. Ζ΄, Αθήνα  1986.
7.            Ιστορικά Τσακωνιάς και Λεωνιδίου. Θ. Βαγενά, Αθήνα, 1971.
8.            Κυνουριακές σελίδες δόξας. Θ. Βαγενά, Αθήνα, 1971.
9.            Καπετάν Γιωργάκης Μανολάκης ή Μιχαλάκης. Θ. Βαγενά, Αθήνα, 1973.
10.        Αναγνώστης Κοντάκης 1781-1854. Έκδοση «Κυνουριακής Επιθεώρησης», Θ. Βαγενά, 1938.
11.        Οι Τσάκωνες στο 21. Κωστή Ιω. Τσούχλου,  Έκδοση Αδελφότητας Κυνουριέων, Αθήνα, 1984.
12.        «Κυνουριακά», Καλ. Καλλούτση, Αθήνα, 1930.
13.        «Πελοποννησιακά», τ. Η΄, Έκδοση της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα, 1971.
14.        «Πελοποννησιακά», Πρακτικά Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αρκαδικών Σπουδών, Αθήνα, 1990.
15.        Αρχείο Μιχ. Αναγν. Τροχάνη (δωρεά Μιχ. Αριστ. Τροχάνη).
16.        Αρχείο οικογένειας Σαραντάρη (δωρεά Παναγ. Ιω. Σαραντάρη).
17.        Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τ. Α΄, Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής, 1857. Επανέκδοση 1971.
18.        Απομνημονεύματα Φ. Χρυσανθακόπουλου (Φωτάκου), τ. Α΄, Αθήνα, 1996, Εκδόσεις Βεργίνα.
19.        Πελοποννήσιοι αγωνιστές του 21. Απομνημονεύματα Νικηταρά, Αθήνα, 1996, Εκδόσεις Βεργίνα.
20.        «Προσφορά και δράσις των Τσακώνων κατά την επανάσταση του 1821». Ομιλία δημάρχου Λεωνιδίου Στυλ. Μερικάκη 12/6/71 στον Πειραϊκό Σύνδεσμο.
21.        Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, τ. Α΄, Β. Κρεμμυδά, Αθήνα, 1973.
22.        «Λακωνικαί Σπουδαί», τ. Β΄, Έκδοση της Εταιρείας Λακωνικών Σπουδών, Άρθρο πανεπιστημιακού Απ. Β. Δασκαλάκη, Αθήνα, 1975.
23.        Συλλογή Καμαρινού Μάστορη, τ. κοινοτικού γραμματέα Κουνουπιάς.
24.        Ομιλία Αριστείδη Κορολόγου (Αρχείο της Τσακωνιάς)

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΤΣΙΚΑΛΙΩΤΗ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΑΠΛΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ



(εικ. 1)


Η  παρούσα ερασιτεχνική προσέγγιση-  ξενάγηση στον Πύργο του Τσικαλιώτη (εικ.1) ,  είναι η μικρή αφιέρωση που  μπορώ να κάνω στη μνήμη του αείμνηστου Δημάρχου Στυλιανού Μερικάκη  (εικ.2) που είχε τη διορατικότητα, εκτός των τόσων άλλων που έκανε για  τον τόπο μας, να  αγοράσει το 1960 αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα  για το Δήμο Λεωνιδίου.


(εικ. 2)


Επίσης να υπενθυμίσω ότι ο αείμνηστος Δήμαρχος ήταν και ο ιδρυτής του Αρχείου Τσακωνιάς το 1954 πρόεδρός του μέχρι το θάνατό του, στις 9-9-1980.
Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι ο Τάκης Πιτσελάς και ο Κώστας Τροχάνης, συνεχίζουν επάξια την αξιόλογη πορεία του Αρχείου Τσακωνιάς και κάνω πρόταση, ένα από τα επόμενα συνέδρια να είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Στυλιανού Μερικάκη, μιας & το 2010  κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό του.
Τώρα θα  μου επιτρέψετε, αν και δεν είμαι  ειδικός, να σας κάνω μια ξενάγηση, με τα μάτια  ενός απλού επισκέπτη,  στον Πύργο  που είναι κηρυγμένο  ιστορικό διατηρητέο μνημείο  και ανοικοδομήθηκε από τον Κων/νο  Τσικαλιώτη, που προέρχεται από τις  παλαιότερες και σημαντικότερες οικογένειες  της Τσακωνιάς, ο ίδιος  ήταν   μέλος της Φιλικής Εταιρείας (εκ.3), και πρόσφερε   πάρα πολλά  χρήματα και εφόδια, στον αγώνα της απελευθέρωσης, δάνεισε  πάρα πολλά στο Νέο Ελληνικό Κράτος και η Επιτροπή Εκδουλεύσεων, τον  κατέταξε στην Γ΄ τάξη των χορηγών του Αγώνα.


(εικ. 3)


Ο Πύργος  κατασκευάστηκε το 1808, πάνω σε παλαιότερες θεμελιώσεις που δεν έχουμε  στοιχεία για το  κτίσιμό τους,  είναι χαρακτηριστικός τύπος αμυντικής  κατοικίας, πέτρινη κατασκευή (εικ 4 από τη μελέτη αποκατάστασης των  ΚΙΖΗ-ΓΡΑΜΜΑΤΟ- ΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΝΟΥΣΑΚΗ),  με βυζαντινές επιρροές  στην  κατασκευή του, με ενδιάμεση  προσθήκη κεραμικών, τόσο στον πυργίσκο (δακτυλίων) όσο και στα υπέρθυρα (τόξα).                                                                    
(Εικ. 4)

 
(εικ.5)



(εικ.6)

Ο Πύργος  περιβάλλεται από χονδρό μαντρότοιχο  ύψους  3,5 μέτρων (εικ 5,6,7) και είναι γεμάτος τουφεκίστρες.
Το αρχοντικό δεν έχει ζεματίστρες, γιατί  δεν  είναι  μόνο το κυρίως  πυργόσπιτο (η  συνηθισμένη βαλκανική τεχνική ήταν όλα σε ένα κτίριο),  έχει ανατολίτικη επιρροή έχει  μεγάλη αυλή, με  βοηθητικά κτίσματα,  αποθήκες, στέρνα, φούρνο, ακόμα και το  δωμάτιο  με την κρύπτη έχει  είσοδο από την αυλή, γι’ αυτό το κτίριο είναι έτσι οχυρωμένο  (ανατολίτικη τεχνική ψηλός μανδρότοιχος γύρω-γύρω & άλλα κτίσματα στην αυλή).




(εικ. 7)


Σε ψηλότερο επίπεδο δίπλα στο λιακωτό , υπάρχει τάπια (εικ. 8)  με  πλήθος  από  τουφεκίστρες, να εποπτεύει την Νότια και Δυτική πρόσβαση  προς τον Πύργο.


(εικ.8)
 
Στη ΝΑ γωνία  του μαντρότοιχου,  βρίσκεται  ο πυργίσκος (εικ.9), να δεσπόζει, κτισμένος διαγώνια του  κτιρίου,  έχοντας πλήρη εποπτεία, τόσο των εξωτερικών χώρων και του  μανδρότοιχου, όσο και του εσωτερικού χώρου, του κτιρίου και  της σκάλας  που οδηγεί στο δωμάτιο με την κρύπτη.  Επίσης σε κάθε γωνία του κτιρίου  σε όλους τους ορόφους υπάρχουν τουφεκίστρες  και όλα αυτά  το κάνουν  απόρθητο. 


(εικ. 9)


Η εξώπορτά του (εικ. 10) είναι  ξύλινη   γερή κατασκευή ενισχυμένη με χοντρά καρφιά που έχουν εξωτερικά ¨κεφάλι¨  διαμέτρου 3-4  εκατοστά (εικ.11) και πίσω, για αντίσταση (κόντρα), αμπάρα και 2 χονδρά κορδομύρια (εικ. 12) που καθιστούν δύσκολη την παραβίασή της, ακόμα και με ¨πολιορκητικό κριό¨.


(εικ.10)


(εικ. 11)


(εικ. 12)


Εάν παρ΄ όλα αυτά, παραβιάσουν την εξώπορτα ή  μπουν από το  μαντρότοιχο,  υπάρχει αμυντική αλληλουχία σε όλους τους χώρους.
H αυλή καλύπτεται από τουφεκίστρες από το κυρίως κτίριο τόσο από τη βόρεια πλευρά (εικ.13)  όσο και από τη  δυτική πλευρά (εικ. 14)
από το βοηθητικό κτίσμα (μαγειρείο–αποθήκη), (εικ 15) και από τον πυργίσκο (εικ 9).


 
(εικ 13)


(εικ. 14)




(εικ. 15)


O χώρος μπροστά από την αυλόπορτα της  καμάρας, καλυπτεται από  δύο (2) τουφεκίστρες  εκατέρωθέν της  πόρτας (εικ.16).



(εικ. 16)


Oι  πρώτες σκάλες (εικ.17) καλύπτονται από  2  τουφεκίστρες,  δίπλα  στα  παράθυρα  του πρώτου και του δεύτερου ορόφου (εικ.18), που δεν είναι  συμμετρικές με τις άλλες τουφεκίστρες (είναι πιο αριστερά από το  παράθυρο, όπως τις βλέπουμε), για να εποπτεύουν όλη τη σκάλα και να  πυροβολούν στην πλάτη, αυτόν που θα ανεβαίνει στις σκάλες (σε όλο το  μήκος και πλάτος της).

 
(εικ.17)


 
(εικ.18)

Εάν κάποιοι  περάσουν, από τα πυρά της σκάλας, το λιακωτό καλύπτεται από  3  τουφεκίστρες (εικ 19)



 
(εικ 19)


Ανεβαίνοντας προς το ξουστάγι,  (εικ.20 και 21) τα τελευταία σκαλοπάτια, είναι ασύμμετρα (απότομα)  και  δε χρειάζεται  οι αμυνόμενοι να χτυπήσουν τον εισβολέα, αρκεί  μία  ώθηση  και πέφτει πίσω αυτός που ανεβαίνει, γιατί   το κέντρο βάρους του   γέρνει προς τα πίσω (το καταλαβαίνεις πόσο απότομες είναι, όταν  κατεβαίνεις τις σκάλες, και γέρνεις  προς τα εμπρός).                
(Ξουστάγι: Σκεπαστός εξώστης, μπροστά από την κύρια είσοδο του σπιτιού,   η  λέξη χρησιμοποιείται στην Τσακωνιά).




(εικ.20)


(εικ.21)                






Ανεβαίνοντας προς το   ξουστάγι σε πυροβολούν από 1 τουφεκίστρα
(εικ.  20 & 22) στην ευθεία της σκάλας με κατεύθυνση προς το κτίριο, για  να οδηγούν τους εισβολείς στην εξωτερική πλευρά και, όταν πλησίαζαν,  τους χτυπούσαν από 3 άλλες  τουφεκίστρες, κάθετες   στην προηγούμενη  (διασταυρωμένα  πυρά) (εικ. 22).


(εικ.22)


Το συγκρότημα  είχε σχετική αυτονομία για  διαβίωση, είχε το φούρνο του  
(εικ  23), τη στέρνα του για  νερό, το στόμιο της οποίας έχει  διακόσμηση με  Κωνσταντινοπολίτικη  επιρροή (εικ.24), κελάρι με κιούπια (π.χ.όπως στην  εικ.25 από άλλο κελάρι), γεμάτα λάδι, κρασί, αλεύρι και άλλα  εφόδια.   ΄Ενα τεράστιο κιούπι  έχει διασωθεί  από το κελάρι του πύργου και   βρίσκεται στην αυλή του κτιρίου ( (εικ.  26).

(εικ. 23)

 
(εικ.24)




 
(εικ.25)



 
(εικ.26) 

Σαν κατασκευή ο πύργος έχει μια τυπική διάταξη Γ  που αρχίζει από το ισόγειο, με μία μεγάλη καμάρα  με βόρειο  προσανατολισμό, με ενδιάμεσο χώρισμα και αλληλοστηρίζεται κάθετα με 4  μικρότερες καμάρες, με ανατολικό προσανατολισμό και μία 5η καμάρα συνέχεια των 4ων  ( με την τάπια επάνω της) (εικ. 27& 28),  η οποία εφάπτεται του κεντρικού κτιρίου στην Ν.Α. γωνία του που κάνουν την όλη πέτρινη κατασκευή ακόμα πιο γερή και ο πύργος, αν και πέρασε τους 2  αιώνες ζωής, στατικά, παραμένει σε άριστη κατάσταση.


(εικ.27)


(εικ.28)


Η διάταξη ¨Γ¨ συνεχίζεται από τη βορειότερη μικρή καμάρα με τους βοηθητικούς χώρους (εικ.28).
Επάνω στην μεγάλη καμάρα είναι το χειμωνιάτικο, με το τζάκι να το διατηρεί ζεστό αφού επάνω υπάρχουν  δωμάτια, κάτω  καμάρα, γύρω-γύρω υπάρχει χονδρός τοίχος και οι απώλειες θερμοκρασίας μηδαμινές.
Στον 2ο όροφο υπήρχαν  οι οντάδες και η γωνιά που θα δούμε παρακάτω.

Το κτίριο    έχει  επιρροές  από τα μέρη που  ταξίδευε ο Κων/νος Τσικαλιώτης, , μια  και σαν καραβοκύρης (εφοπλιστής) που ήταν, τα ταξίδια του  δεν ήταν και  λίγα.                         
Ο ισόγειος  βοηθητικός  χώρος  έχει  θυρίδες  με  ανατολίτικα  στοιχεία  (εικ.29,30), όπως και  οι 2 σειρές, από τις τετραπλές θυρίδες στον οντά  του 1ου ορόφου (εικ.31 & 31α).


(εικ.29)


(εικ.30)


 
(εικ.31)


 
(εικ.31α)

Στον οντά του 1ου ορόφου θα  παρατηρήσουμε τα ξυλόγλυπτα ντουλαπόφυλλα (εικ. 32),  το ξυλόγλυπτο   ταβάνι (εικ.33,34) διακοσμημένο με ξύλινα πηχάκια.    



(εικ.32)

 
(εικ.33)
                                                   


(εικ.34)


Εδώ παρατηρούμε την παλιά με τη νέα  κατασκευή , πολύ πετυχημένη αποκατάσταση και να σημειώσουμε ότι κάθε εργασία που γίνεται στο κτίριο, που, όπως προανέφερα, είναι προεπαναστατικό (1808), πρέπει να  εγκριθεί από το Κ.Α.Σ. (Κεντρικό Αρχαιολ. Συμβούλιο).
Το τζάκι  (εικ.35) που  η καπνοδόχος του βγαίνει στην καπνοδόχο του τζακιού του 2ου ορόφου (εικ.36) και από εκεί μοιράζονται την κοινή καπνοδόχο, κατασκευή που συναντάμε, εκείνη την εποχή, σε αρχοντικά και παλάτια της Ευρώπης.


(εικ.35)


(εικ.36)

Ανεβαίνοντας προς το 2ο όροφο παρατηρούμε στο ξουστάγι την τοξοστοιχία  με τις κοιλόκυρτες διακοσμητικές αψίδες (εικ.37), που υπάρχουν  και στο μεγάλο οντά (εικ.38) τεχνοτροπίας ARABESQUE επιρροή (Μαυριτανοϊσπα-νική).


(εικ.37) 


(εικ.38)


Στο ξουστάγι θα  παρατηρήσουμε τη διακόσμηση στις πόρτες (εικ.39 & 40) να γίνεται πιο  ¨Ευρωπαϊκή¨, με ρόμβους και περίτεχνα ρόπτρα (εικ.41) τοποθετημένα στις  2 πόρτες, οι οποίες έχουν μεγάλες χειροποίητες κλειδαριές και  πίσω  αμπάρες.
Τα περίτεχνα ρόπτρα σχηματίζουν τον  αριθμό 8 (καλότυχος αριθμός για τους αρχαίους ακόμα και για τους  Κινέζους έχει συνήχηση με τις λέξεις ανάπτυξη- ευημερία), τοποθετημένα  πάνω σε ¨ρόδακες¨ (εικ. 41)

 
(εικ.39)



(εικ. 40)


 
(εικ.41)                             .       
Στο  2ο ΄Οροφο, στο Γ  που σχηματίζεται στο ένα άκρο υπάρχει οντάς με δάπεδο από λευκό, γκρι & μαύρο μάρμαρο (εικ.42), συμμετρικά παράθυρα (εικ.43) και ωραίους φεγγίτες (εικ 43α), καλοδουλεμένα ξυλόγλυπτα ντουλαπόφυλλα  (εικ. 44) και θαυμάσιο ξύλινο ταβάνι (εικ. 45).   


(εικ.42


(εικ.43)

 
(εικ.43α)


(εικ. 44)


(εικ. 45)

Δίπλα στο σαλόνι υπάρχει η γωνιά που χωρίζεται από το κυρίως σαλόνι με μεσάντρα (εικ.46)


(εικ.46) 

Εδώ υπάρχει το δεύτερο τζάκι (εικ.36) που μοιράζεται την καπνοδόχο του, με το τζάκι του 1ου ορόφου που προανέφερα (εικ.35).
Ψηλά στην καπνοδόχο του ξεκινούν  2 ξύλινα  στηρίγματα που καταλήγουν  οι άκρες τους  σε δόρατα (εικ.47), διακόσμηση που ταιριάζει στον Πύργο.


(εικ.47)


Η μεσάντρα (εικ.46)  που χωρίζει  τη γωνιά  από τον οντά,  έχει ενδιάμεσα  τουαλέτα (εικ.48) από κατασκευής, με καλοκτισμένο  εξωτερικό πέτρινο  κύρτωμα (εικ.49), που βοηθά στη λειτουργικότητά της  (πρωτοποριακά στοιχεία για εκείνη την εποχή).


(εικ.48)



(εικ.49)
Πάνω από τη μεσάντρα,  υπάρχει ο γυναικωνίτης  (εικ.50), με καφασωτό μπροστά, για να μην βλέπουν οι άνδρες τις  γυναίκες οι οποίες από εκεί παρακολουθούσαν τις συναντήσεις-συζητήσεις  των ανδρών και αργότερα, συζητούσαν κατ΄ ιδίαν  με τους  άνδρες τους.


Ο γυναικωνίτης είχε και  άλλη χρήση: Όταν ερχόταν συμπεθεριό, οι άνδρες με τον υποψήφιο γαμπρό και τους συγγενείς τους, συζητούσαν στη μεγάλη σάλα  και οι γυναίκες στο γυναικωνίτη, πίσω από τo καφασωτό  και την αραχνοΰφαντη κουρτίνα, με την  υποψήφια νύφη   παρακολουθούσαν  τις συζητήσεις, έβλεπαν το γαμπρό και την οικογένειά του και  προσπαθούσαν να τους ψυχολογήσουν.



(εικ.50)


Στο τέλος, όταν  οι άνδρες τα ¨βρίσκανε¨  (προίκα κ.λ.π), κατέβαινε η κοπελιά και, εάν της  άρεσε ο γαμπρός,  έφτιαχνε καφέ και του σερβίριζε, εάν ήταν γλυκός, γινόταν το συμπεθεριό, εάν ήταν πικρός (σκέτος), δε γινόταν συμπεθεριό και έφευγαν ¨άπρακτοι¨.
Εδώ είχαμε το  τραγελαφικό, να μην άρεσε στη μεγάλη κόρη και να άρεσε στη δεύτερη ο  γαμπρός και σπάνια μεν,  αλλά γεγονός  δε, να παντρεύεται,  κατά  παράβαση των εθίμων και αρχών  της εποχής, η δεύτερη κόρη πριν από την  πρώτη, για να ¨αποκαταστήσουν πιο γρήγορα τα κορίτσια¨ …….
Το έθιμο διατηρείται  και σήμερα στα βάθη της Ανατολής.
Η μεγάλη σάλα  έχει κοιλόκυρτες   διακοσμητι-κές αψίδες  , όπως και ο εξώστης που προανέφερα, φεγγίτες,  περιμετρικά παράθυρα, (εικ.38 & 50α) και θαυμάσιο ξυλόγλυπτο ταβάνι  (εικ.51).


(εικ.50α)


(εικ.51).


Εχει διακόσμηση ψηλά: Με 2 παραστάσεις με  το φοίνικα να αναγεννάται  μέσα από τις στάχτες, με το σταυρό πάνω από  το κεφάλι (εικ.52), που συμβόλιζε την αναγέννηση της νεότερης Ελλάδας  της  χριστιανικής (διακαής πόθος του, μια και ήταν μυημένος στη Φιλική  Εταιρεία ),  μαζί και η  αρχαία Ελλάδα με 2 παραστάσεις της θεάς Αθηνάς   με την ασπίδα και το δόρυ της (εικ 53).


 
(εικ.52)  


(εικ 53)


Η διακόσμηση γύρω-γύρω ήταν κλήματα (εικ.54), ίσως γιατί λατρευόταν ο Διόνυσος στις  Πρασιές, όπως και η θεά Αθηνά (Παυσανία Λακωνικά ΙΙΙ 24,4-6).


(εικ.54)


Δε θα παραλείψω να αναφέρω στις τέσσερις γωνίες, τις 4 παραστάσεις της θάλασσας (εικ.54α), μια και σαν καραβοκύρη που ήταν ο Τσικαλιώτης, δεν έπρεπε να λείπει  η  θάλασσα από τη διακόσμηση.
(εικ.54 α)


Κατεβαίνοντας τις σκάλες θα παρατηρήσουμε τα κάγκελα στο παράθυρο του 1ου  Ορόφου (εικ. 55, 56),  με τους 14 γωνιακούς κόμπους, σχέδιο που το  συναντάμε : στο Παλάτι ΤΟΠ-ΚΑΠΙ στη Κωνσταντινούπολη: τόσο στα παράθυρα   της  βιβλιοθήκης, επιχρυσωμένα (εικ.57), γιατί εκεί έκαναν μάθημα, τα  παιδιά των Σουλτάνων, όσο και του κυρίως κτιρίου (εικ.58)  και  του Θησαυροφυλακίου (εικ.59).


(εικ. 55) 


(Εικ.56)




(Εικ.57)

 
(εικ.58)


   
(εικ.59)


Το ίδιο σχέδιο το συναντάμε: στην   εξώθυρα του  στρατοπέδου  των γενιτσάρων (εικ.60 & 61) στον περίβολο του Τοπ-Καπί.                         


 
(εικ.60)


(εικ.61)


Επίσης το συναντάμε σε παράθυρα αρχοντικών στην Σμύρνη  (εικ.62).


(Εικ.62) 

Τα πιο παλιά, τα βρήκα  στα παράθυρα της   Εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων, σήμερα Βεφά Κιλισέ τζαμί (εικ.63 ), στον  Κεράτιο κόλπο, κοντά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πολύ φθαρμένα από το  χρόνο (όπως και εσείς διαπιστώνετε από την φωτογραφία).                                                     


(εικ.63) 

Ο Κων/νος  Τσικαλιώτης στα ταξίδια του, τα είδε, του άρεσαν, τα προμηθεύτηκε από  το εξωτερικό και τα τοποθέτησε στον Πύργο του.
 Στο παράθυρο του δωματίου με την κρύπτη υπάρχει το ίδιο σχέδιο (εικ.63 α), καθώς και στα 3 παράθυρα της ¨γωνιάς¨, αλλά σε λεπτότερη κατασκευή.


(εικ.63 α)


Για να έχω και τη γνώμη ενός ειδικού,  παρακάλεσα τον Αναστάσιο Σταυρόπουλο, τον πιο παλιό ¨σιδερά¨ της  περιοχής, ο οποίος ήρθε στον Πύργο, τον ευχαριστώ για τον κόπο που έκανε  και τη διάθεση που είχε να τα δει, να τα περιεργαστεί, και μου είπε και  αυτός ότι δεν είναι κατασκευασμένα στην περιοχή μας, αλλά εδώ έγινε η  συναρμολόγησή τους και η τοποθέτησή τους.
Πολύ αργότερα και άλλοι έμποροι, που έκτισαν αρχοντικά στο Λεωνίδιο, έφεραν και αυτοί τα ίδια κάγκελα και τα τοποθέτησαν στα αρχοντικά τους.   
Το λιακωτό  έχει πιο απλά κάγκελα, τοποθετημένα πάνω σε μαρμάρινες πλάκες, τα οποία  έχουν  στερεωθεί με μολύβι, όπως και οι σύνδεσμοι των μαρμάρων, για να  απορροφά την διαστολή και συστολή του μετάλλου με το κρύο ή την ζέστη,  για να μη σπάνε τα μάρμαρα (πολύ παλιά τεχνική)




(εικ.64).                   


ΤΟ  ΔΩΜΑΤΙΟ  ΜΕ  ΤΗΝ  ΚΡΥΠΤΗ


( εικ.65 από την πόρτα του πυργίσκου) 


Την Τουρκοκρατία που κτίστηκε ο Πύργος, ο πολυμήχανος κοσμογυρισμένος Τσικαλιώτης, έφτιαξε ένα δωμάτιο με κρύπτη, προφανώς για να κρύβει,τα κορίτσια, για να μη τα πάρουν οι Τούρκοι για τα χαρέμια τους, τα αγόρια για να μη τα πάρουν για γενίτσαρους,αλλά & τα πολύ- τιμα μικροαντικείμενα που είχε ο πύργος του.            
Το δωμάτιο είχε τέτοια πρόσβαση, ώστε, όποιοι προσπαθούσαν να μπουν, να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες   απώλειες…..
Σε αυτό,  ανεβαίνεις από την αυλή από μία στενή σκάλα για να ανεβαίνει ένας-ένας για την  αποτελεσματικότερη άμυνα.
Εδώ θα παρατηρήσουμε την τέχνη της  καλομελετημένης άμυνας, τα σκαλοπάτια αρχίζουν (σε εκατοστά) με ύψος 14   και βάθος 27 ανεβάζοντας σταδιακά το ύψος στο 2ο σκαλοπάτι στα 16  εκ. με πλάτος 25, από το 3ο έως το 5ο   στα 26 εκ. με  το ίδιο πλάτος, στη συνέχεια δίνει μια ανάσα στο 7ο κατεβάζοντας το ύψος στα 22 εκ. & βάθος 22 εκ.,


(εικ.66) (τα κάγκελα που βλέπετε έχουν, τοποθετηθεί πρόσφατα, για ασφάλεια των επισκεπτών).  



(εικ. 66α) 
συνεχίζει από το 8ο  έως το 12ο  με ύψος 24 εκ. και βάθος 23 και στο προτελευταίο σκαλοπάτι (13ο) διατηρεί το ύψος στα 24 εκ. στενεύει το βάθος στα 16  εκ. (εικ.66 & 66α) και αυτός που ανεβαίνει πατάει μόνο  με τη μύτη του ποδιού του, δεν έχει καμία στήριξη για άνοδο, δεν έχει ισορροπία  και πάλι με μία μικρή ώθηση πέφτει πίσω…..  
Τα κανονικά σκαλοπάτια έχουν συνήθως διάσταση:18 ύψος και βάθος 28
Επίσης οι αμυνόμενοι του ανωτέρω  δωματίου, είχαν βοήθεια από τον πυργίσκο, όπου υπήρχαν τουφεκίστρες τόσο  για τρομπόνι (εικ.67), όσο και για πιο απλά όπλα, καριοφίλια κ.λ.π.







(εικ.67 μέσα από την τουφεκίστρα-θυρίδα για τρομπόνι του πυργίσκου)  
Η πόρτα του δωματίου ήταν χαμηλή  ύψους  1,5 μ. (εικ.67), για να μπαίνουν σκυφτοί οι εισβολείς (να έχουν  ελεύθερο  σβέρκο), γιατί μετά την πόρτα, αριστερά υπήρχε χώρος (εικ.68)  για έναν αμυνόμενο, να αποκεφαλίζει με το γιαταγάνι τον σκυφτά  εισερχόμενο εισβολέα.



(εικ.67)




(εικ.68)


Μέσα στο δωμάτιο, στον ανατολικό τοίχο  του δωματίου, υπήρχε ένα ντουλάπι (εικ.69), το οποίο έβγαινε και πίσω  υπήρχε κρύπτη (εικ. 70).
Η είσοδος της  (χώρος του ντουλαπιού) είναι διαστάσεων (σε μέτρα) 0,60 Χ  0,90, η δε  κρύπτη έχει διαστάσεις 1,20 Χ 3,70  και ύψος 1,95 (χώρος αρκετός για  κρύβουν τα κορίτσια, τα αγόρια και τα πολύτιμα μικροαντικείμενα, που  προαναφέραμε...).  
Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι υπήρχε στοά διαφυγής από τον Πύργο, νότια προς τον χείμαρρο Δαφνώνα.


(εικ.69)




(εικ. 70)


Πριν πολλά χρόνια κάποιοι γέροι μας έλεγαν ότι όταν ήταν παιδιά και έπαιζαν στην αυλή του Πύργου, μπορούσαν και έμπαιναν στην στοά.  
Επίσης σε  πρόσφατες εργασίες που έγιναν στον Πύργο, βρέθηκε στην ΝΑ γωνία της αυλής, κάτω από την πυργίσκο στο έδαφος (εικ.70α),  ένα πετρόκτιστο τετράγωνο  που έχει επιχωματωθεί  πρόσφατα, με κεραμίδια και άλλα υλικά, ίσως από τις πρώτες επισκευές που είχαν γίνει, μετά την αγορά του από το Δήμο (1960) και από τη θέση του στην ευθεία του δρόμου, που ήταν η στοά διαφυγής, θα πρέπει να ήταν η είσοδός της.




(εικ.70α)



Ο   Π Υ Ρ Γ Ι Σ Κ Ο Σ



(εικ. 71)

Ο πυργίσκος που προανέφερα (εικ.9), στη  ΝΑ γωνία του συγκροτήματος,  είναι μοναδικός. 
Φανταστική  πέτρινη κατασκευή  με ενδιάμεσα κεραμικά δακτυλίδια. 
Έχει ύψος περίπου 4 μέτρων πάνω από τον μαντρότοιχο.
Εσωτερικά έχει ύψος 3,85 μ. και διάμετρο 2 μέτρα.
Σε ύψος 1,75 είχε ενδιάμεσα  ξύλινο πατάρι, για να αμύνονται από δύο επίπεδα, με πλήθος τουφεκίστρες, θυρίδες  για  μικρό κανόνι  και τρομπόνια (πολεμικό όπλο, με μεγάλο άνοιγμα στην κάνη  (σαν χωνί) για κοντινές αποστάσεις), που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι  ναυτικοί, όταν δέχονταν  επίθεση και ¨ρεσάλτα¨ από πειρατές.
Στον πυργίσκο θα τα είχε  ο πλοιοκτήτης Τσικαλιώτης, για να ελέγχουν το  μικρό χώρο της αυλής και  τη σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιο με την  κρύπτη (εικ. 67), καθώς και τους δρόμους, όταν πλησίαζαν εχθροί


(εικ.72)


Στο πρώτο  επίπεδο του πυργίσκου υπήρχαν 4 σειρές με θυρίδες και τουφεκίστρες, η 1η  σειρά είχε 2 θυρίδες για κανονάκι αμέσως μετά 2η σειρά, με  λίγες τουφεκίστρες, στην συνέχεια 3η  σειρά με πλήθος από τουφεκίστρες και 8 κοιλότητες από κατασκευής για να τοποθετούν τα βόλια, κάτω από τις πρώτες πολεμίστρες και αμέσως μετά 4 τουφεκίστρες για τρομπόνι (3η σειρά), σε σταυρωτή διάταξη, για να ελέγχουν όλους τους χώρους τόσο εσωτερικά (την αυλή) όσο και εξωτερικά.
Το δεύτερο επίπεδο του πυργίσκου, πάνω από το πατάρι είχε 2 θυρίδες για κανονάκι  και 9 τουφεκίστρες.
Συνολικά ο πυργίσκος είχε 4 θυρίδες για κανονάκι, 4 θυρίδες για τρομπόνι και 36 τουφεκίστρες, αν μη τι άλλο, μπορούσαν να έχουν μία  φοβερή δύναμη πυρός, για εκείνη την εποχή.
Η οροφή του ήταν καλυμμένη με κουρασάνι  και  έχει τρύπες για τον εξαερισμό από τον καπνό από το μπαρούτι (εικ.73).


(εικ.73)


Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι, κάθε γωνία του κτιρίου και κάθε πόρτα είχε τουφεκίστρες, συνολικά εκτός του πυργίσκου, το υπόλοιπο κτίριο με τον μανδρότοιχο και την τάπια είχαν 56 τουφεκίστρες.


ΑΛΛΑ   ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Οι φεγγίτες του είχαν βιτρώ (εικ.43α), που ήταν δυτικού γούστου (η ιστορία του ξεκινά τον 11ο αιώνα, από  ευρωπαίους, υαλουργούς τεχνίτες).
Η καμινάδα του  τζακιού στον 2ο όροφο, επειδή δέχεται και την καμινάδα του τζακιού του 1ου  ορόφου έχει κατάσκευα-στεί μεγαλύτερη  εξωτε-ρικά με μία πετρόκτιστη  αριστουργηματική κατά-σκευή  (εικ.74), στη βόρεια πλευρά του πύργου,  στηριγμένη στο κτίριο με σταυρωτά αγκωνάρια, όπως και δέσιμο στις γωνίες της οικοδομής  (εικ.75).



(εικ.74)

 
(εικ.75)


Ανάμεσα στα παράθυρα και στους φεγγίτες του μεγάλου οντά του 2ου  ορόφου, υπάρχουν θυρίδες, (εικ.76), στις οποίες λένε ότι, τοποθετούσαν  μικρές εικόνες και εξωτερικά σε πλάκα, που ήταν τοποθετημένη στις  πέτρες, που βλέπετε στη διπλανή εικόνα, τοποθετούσαν καντήλι ή φαναράκι.

(εικ.76)


Κατά την ταπεινή μου άποψη, είχε και μία άλλη χρήση, όταν περίμεναν ταξιδιώτες, τοποθετούσαν κάποιο φως εξωτερικά στην πλάκα ή εσωτερικά στην θυρίδα, όταν είχε κακοκαιρία, για να το βλέπουν και να προσανατολίζονται αυτοί που περίμεναν.
Η άποψη αυτή αιτιολογείται, γιατί υπάρχουν οι θυρίδες, μόνο στην νότια πλευρά του κτιρίου, και συγκεκριμένα με προσανατολισμό από εκεί που περίμεναν τους ταξιδιώτες: ανατολικά από τη θάλασσα, δυτικά και νότια από τα χωριά και δεν υπάρχουν στις βόρειες πλευρές του κτιρίου, που είναι προς τον Κοκκινόβραχο.
Αυτό το παρατηρούμε και σε άλλα αρχοντικά.
Ο Κων/νος Τσικαλιώτης ήταν ένθερμος  πατριώτης, και έγραψα στην αρχή για τη συμμετοχή του στην Φιλική  Εταιρεία και την προσφορά του στην επανάσταση του 1821, παράλληλα όμως  ήταν και βαθιά θρησκευόμενος,  γιαυτό  και στον πύργο που έκτισε,  έφτιαξε 2 εικονοστά-σια, ένα στο μεγάλο οντά (εικ.77) και ένα εξωτερικό, πάνω από την ανατολική πόρτα στο  ξουστάγι (εικ.78)


 
(εικ.77)


(εικ.78)


Εβαλε σταυρούς στα υπέρθυρα: της εξώπορτας (εικ.79), του βοηθητικού οικήματος (εικ.80), της νότιας πόρτας στο ξουστάγι,  ακόμα και στις δύο παραστάσεις του φοίνικα,  στο μεγάλο οντά (εικ.52),  έχει βάλει σταυρούς πάνω από το κεφάλι του φοίνικα, που ήταν συμβολική  παράσταση, όπως γράψαμε.


(εικ.79)


(εικ.80)


(εικ.81)    


Επίσης σχεδόν σε όλα τα κεφαλάρια των παραθύρων του πύργου, έχει χαράξει πολλά σχέδια σταυρών (μερικοί από αυτούς στις εικ. 82-90).


(εικ. 82)


 
(εικ. 83)


(εικ. 84)



(εικ.85)



(εικ.86)



(εικ.87)



(εικ.88)



(εικ.89)


(εικ.90) 


Σχεδόν όλο το κτίριο, το είχε  ζώσει με  σταυρούς, για να προστατεύετε από κάθε τι κακό.
Πρέπει να ήταν  προληπτικός, γιατί, εκτός από τους σταυρούς, είχε βάλει ρόδακες: στα  3 ταβάνια (εικ. 34, 45 και 51) στα  ρόπτρα (εικ.41), στις εξ. θυρίδες (εικ 76).
Εκτός από τους ρόδακες, είχε βάλει και  γεωμετρικά σχήματα στις πόρτες (ει.91), (οι αρχαίοι  πίστευαν ότι όλα  αυτά απωθούν το κακό), ακόμα στις σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιο με  την κρύπτη, το σκαλοπάτι παγίδα ήταν το 13ο  (για την κακοτυχία του εισβολέα;).
Η κατασκευή του και η οχύρωσή του  δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του: ΠΥΡΓΟΣ, παράλληλα όμως,  με όλα αυτά  τα στοιχεία που έχει, είναι ένα ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ (εννοούμε σπίτι με μία  ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική μορφή).


(εικ 91) 

Δεν είναι τυχαίο ότι: Ο καθηγητής κ. Δρανδάκης το χαρακτήρισε  «Εν εκ των ωραιότερων αν μη,το ωραιότερο κτίριο της Τουρκοκρατίας εν Πελοποννήσω» και ο καθηγητής κ. Πάλλας βρίσκει στον Πύργο αυτόν, ιδίως στο χαγιάτι του, «ότι διασώζεται ο γνησιότερος ρυθμός του Μεσαιωνικού Μυστρά».
Επίσης η καθηγήτρια μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Σαν Χοσέ) και διευθύντρια της Γεναδείου Βιβλιοθήκης Αθηνών (1983), κα Κιτσίκη-Παναγοπούλου Μπεάτα σε μια πρωτότυπη μελέτη της, για τα σπίτια της αστικής τάξης, στη Βαλκανική χερσόνησο του 18ου  και 19ου  αιώνα με τίτλο ¨Τα αρχοντικά των Βαλκανίων επί Τουρκοκρατίας¨, είχε εντάξει σε αυτή και τον Πύργο του Τσικαλιώτη (σχετικό ρεπορτάζ είχε κάνει στον Ταχυδρόμο της 15-12-1983 η κα Λίζα Πετρίδη).
Στις 19 Ιουλίου 1990 έγινε στις Βρυξέλλες η επίσημη  ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την ένταξη προτύπων μελετών διατήρησης και προβολής της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Κοινότητας, στο πρόγραμμα Πολιτιστική Δράση του 1990.
Η επιλογή έγινε μεταξύ 1.138 μελετών που είχαν υποβληθεί και βραβεύτηκαν 26, μεταξύ αυτών και η μελέτη των συνεργαζόμενων  γραφείων Γ.Κίζη και Π. Γραμματόπουλου-Χρ.Πανουσάλη για την αποκατάσταση και ένταξη νέων χρήσεων στο προεπαναστατικό Αρχοντικό Τσικαλιώτη (1808).
Τέλος θα ήθελα να ευχηθώ, η παρούσα ερασιτεχνική ξενάγηση, που έκανα,
 σε  αυτό το οικοδομικό αριστούργημα, να γίνει αφορμή να ασχοληθούν, αφ΄  ενός κάποιοι ειδικοί, για να μελετήσουν όλα αυτά τα στοιχεία που ανέφερα  και αφετέρου να προχωρήσει ο Δήμος, οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ και  οι λοιποί φορείς του τόπου, για να γίνει ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΣΙΚΑΛΙΩΤΗ μουσείο, αν και από μόνο του το ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ είναι  ΜΟΥΣΕΙΟ.


(Εικ. 92 κλειδιά του Πύργου)            


Ανδρέας  Η. Κόκκορης
Πρόεδρος Μ.Σ.Λεωνιδίου