Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Οι Τσακωνες!


Η ιστορία της Τσακωνιάς χάνεται στα βάθη των αιώνων και στο θάμπος του μύθου και του θρύλου. Μα η παρουσία των κατοίκων της είναι ζωντανή και εναργής σ' όλη την ιστορία της φυλής μας. Άμεσοι απόγονοι των Δωριέων, οι Τσάκωνες διατήρησαν, στα απομονωμένα και κακοτράχαλα βουνά τους, ανόθευτη τη ρίζα τους, τα ήθη και έθιμά τους.
Λιτοδίαιτοι, σκληροτράχηλοι, φιλόπονοι, τολμηροί, ευφυέστατοι μα, προπάντων, φιλελεύθεροι, οι Τσάκωνες, βρίσκονται σε συνεχή αναστάτωση με τους κατά καιρούς κατακτητές που ερήμωναν τον Ελλαδικό χώρο, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τη χώρα μας.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως οι Τσάκωνες αποτελούσαν από την εποχή του Ιουστινιανού (527-565) τα επίλεκτα σώματα των καστροφυλάκων και της σωματοφυλακής των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Είναι οι πραγματικοί ακρίτες του Βυζαντίου. Γι' αυτό είχαν επιτύχει ειδικά προνόμια από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, δηλαδή επιτράπηκε μόνο σε αυτούς, να ιδρύσουν αποικία στην Κωνσταντινούπολη. Στο βυζαντινό δε στρατό υπήρχε στρατιωτικό αξίωμα "Στρατοπεδάρχης των Τσακώνων".
Οι Τσάκωνες δε δέχτηκαν ποτέ τον ξενικό ζυγό. Μετά την άλωση της Πόλης οι υπόδουλοι συνέρχονται, οργανώνονται και ξεφυτρώνουν οι πρώτες επαναστατικές αντιδράσεις. Στα χρόνια που ακολουθούν και μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης, στην ακμάζουσα Ελληνική κοινότητα του Πραστού, δε διέμενε ούτε ένας Τούρκος. Εκεί βρήκε πρόσφορο έδαφος να απλώσει το δίκτυό της η Φιλική Εταιρεία (Φ.Ε.).
Με την ίδρυση της Φ.Ε. το 1814 στην Οδησσό από τον Νικόλαο Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ έχουμε την αρχή του τιτάνιου έργου της προετοιμασίας και της οργάνωσης του επαναστατικού αγώνα. Αργότερα, θα έρθει η ώρα που σημαντικοί Τσάκωνες θα μυηθούν στο σκοπό της. Ο Σπετσιώτης καπετάν Γεώργιος Πάνου, αφού μυήθηκε από τον Τριπολιτσιώτη μεγαλέμπορο στην Πόλη, Παναγιώτη Σέκερη, αποφάσισε να μυήσει τους Πραστιώτες συνέταιρούς του στις ναυτικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Τον καπετάν Γιώργη, τον Παναγιώτη Μίχα, τον γιατρό Γιωργάκη Παπαδόπουλο, τον ιερέα Κυριάκο και τον μεγάλο εφοπλιστή Κώνστα-Χατζή-Παναγιώτου Πολίτη.
Το 1818 φτάνει στον Πραστό απεσταλμένος της Φ.Ε. ο ιερωμένος Διονύσιος Πύρρος και μυεί τους προεστούς του Πραστού, ώστε λίγο πριν την επανάσταση η ύπαρξη της Φ.Ε. να αποτελεί κοινό μυστικό. Έτσι, όταν ήχησε η σάλπιγγα της Ελευθερίας, οι Τσάκωνες βρέθηκαν έτοιμοι για τον μεγάλο αγώνα.
Οι Τούρκοι άρχιζαν να υποψιάζονται και ζήτησαν εγγυήσεις. Τότε η Τσακωνιά στέλνει, ως εξιλαστήριο θύμα, τον πρόκριτο Πραστού, Γιαννούλη Καραμάνο, όμηρο, μαζί με άλλους Αρχιερείς και προκρίτους του Μοριά, για να καθησυχάσει τους ανήσυχους πασάδες.

Τα Καλάβρυτα και η Καλαμάτα, όπως είναι γνωστό, διεκδικούν τα πρωτεία της κήρυξης της επανάστασης κατά τις 23-25 του Μάρτη 1821. Κι όμως, η ηρωική Τσακωνιά ήταν αυτή που, πολύ νωρίτερα από κάθε άλλη Ελληνική περιοχή, έδωσε το σύνθημα της επανάστασης.
Οι Τσάκωνες του Πραστού που μένουν το χειμώνα στο Λεωνίδιο στέλνουν στη Μάνη, στις αρχές του Μαρτίου, τον Τριαντινό, να συνεννοηθεί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Εκεί συναντάται με τον Ράμφο, επίσημο απεσταλμένο της Φ.Ε. Μαζί τους παίρνουν οδηγίες, τη σημαία και επιστρέφουν στο Λεωνίδιο στις 16 Μαρτίου του 1821. Μόλις έγινε αυτό, ξεσηκώνονται όλοι με ζητωκραυγές και πυροβολισμούς, συλλαμβάνουν τον Τούρκο τελώνη του λιμανιού του Λεωνιδίου, πηγαίνουν με πομπή στο Ναό της Παναγίας όπου ψάλλεται δοξολογία και ευλογούνται τα όπλα και η σημαία, που είναι λευκή με ένα σταυρό στη μέση, ένα φίδι, του οποίου το κεφάλι τρυπάει μια κουκουβάγια .
Μετά ανακύπτει θέμα αρχηγίας, μια και περνούν πια στη δράση. Τη διεκδικούν ο Γούλελος, ο Καραμάνος, ο Κώστας του Χατζή κι ο καπετάν Γιωργάκης. Τελικά βρίσκεται λύση: Στέλνεται ο ικανός Εμμανουήλ Κριμήτσος στις Σπέτσες, με σκοπό να ξεσηκώσει τους Σπετσιώτες και να φέρει όπλα και πολεμοφόδια. Στις 20 Μάρτη επιστρέφει ο Κριμήτσος με φορτίο ενός πλοίου. Άμεσα αποστέλλουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στο στρατόπεδο των Βερβένων. Στρατολογούν και οπλίζουν εξακόσιους άνδρες, οι οποίοι διαιρούνται σε δύο σώματα, το ένα υπό τον καπετάν Γιωργάκη-Μανωλακη με υπαρχηγό τον Γεώργιο Γούλελο και το άλλο υπό τον Κώστα Χατζή και Καραμάνο με υπαρχηγό τον Παναγιώτη Σαράντη. Στις 25 Μάρτη, ημέρα του Ευαγγελισμού, συγκεντρώνονται στρατός και λαός στην εκκλησία, όπου οι ιερείς σε μια κατανυκτική τελετή, ευλογούν τα όπλα. Ξεκινούν οι μάχιμοι. το πρώτο σώμα για τα Βέρβενα όπου και ο άλλος στρατός για την πολιορκία της Τριπολιτσάς και το δεύτερο σώμα για την πολιορκία του φρουρίου της Μονεμβασιάς.

Δημοτικό τραγούδι αναφέρει για το Πραστιώτικο σπαθί και τον ηρωισμό των Τσακώνων:

"Εσείς χελιδονάκια μου, που πάτε στον αέρα
δώστε μαντάτα στο βοριά σ' όλα τα βιλαέτια,
πάτησαν τη Μονεμβασιά, σε πέντε-δέκα μέρες
θα 'ρθουν τα τσακωνόπουλα κι ο καπετάν Γεωργάκης
να δεις πραστιώτικο σπαθί, τσακώνικο ντουφέκι"

Το τμήμα των Τσακώνων που τράβηξε για τη Μονεμβασιά είχε καπετάνιο τον Γεωργάκη Μανωλακη ο οποίος έφτασε εκεί από τους Μολάους και οχυρώθηκε στη θέση "Βοχάδα", κοντά στη γέφυρα που επικοινωνούσε η Μονεμβασιά με τη στεριά, ώστε απέκοψε τις επικοινωνίες κι ενοχλούσε τους πολιορκημένους πια Τούρκους.
Τέσσερις μήνες διήρκεσε η πολιορκία του κάστρου, του οποίου η παράδοση έγινε στις 23 Ιουλίου 1821. Στις μικροσυμπλοκές που έγιναν κατά την πολιορκία αυτή, αναδείχτηκαν οι παλιοί Κλέφτες Μιχάλης Γκιόρος, Πάνος Ρέππας και ο Γεώργιος Γούλελος, Γ. Τσουκάτος, Κ. Μάνος, ο μικρός Μαλάτος, οι οποίοι έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης.
Μετά την παράδοση της πόλης της Μονεμβασιάς, στις 23 Ιουλίου 1821, ο καπετάνιος των Τσακώνων καπετάν-Γεωργάκης Μανωλακης διορίστηκε "Φρούραρχος Μονεμβασιάς". Σύντομα όμως ο Τσάκωνας οπλαρχηγός παρέδωσε την φρουραρχία, για να μεταβεί και να αγωνιστεί στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά.
ο δεύτερο τσακώνικο στρατιωτικό σώμα με 250 Τσάκωνες και με αρχηγό τον Καπετάν-Παναγιώτη Σαράντη τράβηξε για την πολιορκία της έδρας του πασά του Μορέως, Τριπολιτσάς κι έμεινε στο Στρατόπεδο των Βερβένων.
Στις διάφορες συμπλοκές με τους Τούρκους σκοτώθηκαν στο χωριό Βέρζοβα δύο τσακωνόπουλα, ο Στάθης του Κώστα Στάθη κι ο Διαμαντής. Μαζί με τον Γιωργάκη Μανωλακη οι Τσάκωνες πλησίασαν στο χωριό Στενό κι ύστερα προσέγγισαν την Τριπολιτσά, πιάνοντας την επάνω ράχη, στο λεγόμενο "Πηγάδι της Βολιμής".Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση "στους φίλους τους", να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.
Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε "τους φίλους" του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.
Όταν φέρουμε στο μυαλό μας το σημαντικότερο στρατιωτικό κέντρο της Νότιας Ελλάδας και την ιστορική άλωση, αμέσως οι θυμητικές μας παραστάσεις, μας φέρνουν την εικόνα του στρατηγού του αγώνα, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Είναι βέβαια αναντίρρητο, πως στον Κολοκοτρώνη οφείλεται η πολιορκία της στρατιωτικής αυτής πόλης του Μοριά, διότι ο Κολοκοτρώνης επέμεινε σ' αυτό και το κατόρθωσε. Αλλά η άλωσή της οφείλεται σε εκείνον που άνοιξε τις πόρτες του κάστρου της, αφού, όπως είπαμε πιο πάνω, δεν έγινε πολεμική έφοδος, να κυριευθεί η πόλη από στρατιωτικά τμήματα με επικεφαλής πολεμικό ηγέτη.
Αυτή η μεγάλη επιτυχία και το λαμπρό κατόρθωμα οφείλονται στον Τσάκωνα αγωνιστή Μανώλη Δούνια (ή Ντούνια). Εκείνος είναι ο "Πορθητής της Τριπολιτσάς". Κι όμως, αυτό το περίφημο παλικάρι έμεινε αγνοημένο και μόλις, τα τελευταία χρόνια, μέσα από τη σύγχυση της Ιστορίας, μέσα από τα παραποιημένα γεγονότα και μέσα από τις διάφορες εκδοχές και ανακρίβειες ξεπροβάλλει, για να πάρει τη θέση που του πρέπει.
Τον Φεβρουάριο του 1822 δόθηκε διαταγή στα στρατιωτικά σώματα των Επαρχιών Αγίου Πέτρου και Πραστού να ακολουθήσουν τον Νικηταρά (Νικήτα Σταματελόπουλο), σε μια εκστρατεία στη Ρούμελη. Στα τέλη Μαρτίου, στις συμπλοκές και μάχες που έγιναν στη Στυλίδα (χάρτης) και στην Αγία-Μαρία, πολεμώντας ηρωικά οι Τσάκωνες έχασαν τρία παλικάρια τους: Τον Μιχαήλ Οικονόμου, τον Θεόδωρο Μπουγά και τον Γεώργιο Χρηστίνα.
Το καλοκαίρι του 1822, κατέβηκε πολύς Τούρκικος στρατός με αρχηγό τον Δράμαλη και οι Έλληνες με την σοφή στρατηγική του "Γέρου του Μοριά", Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, συγκεντρώθηκαν στην Αργολίδα, στο Παλαιόκαστρο του Άργους και στους Μύλους.
Ο καπετάν Γιωργάκης με τους Πραστιώτες και ΑγιοΠετρίτες, επτακόσιοι-οχτακόσιοι τον αριθμό, έφθασαν στους Μύλους την κρίσιμη εκείνη στιγμή και μπήκαν στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη και του Κολοκοτρώνη. Αφού έκαψαν τα σπαρτά στον κάμπο του Άργους, συγκρούστηκαν με την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη, κλείστηκαν μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη στο φρούριο του Άργους και, ύστερα από πολιορκία μερικών ημερών, έκαναν ηρωική έξοδο, κατά την οποία κινδύνεψαν πάρα πολύ, μαζί με αυτούς και ο Υψηλάντης. Τελικά, κατάφεραν να σωθούν.
Στις μάχες των Δερβενακίων έλαβαν μέρος κι οι Τσάκωνες. Μάλιστα αναφέρεται ο Πέτρος Θερμογιάννης, ο οποίος με εξήντα συμπολίτες του ακολούθησε τον περίφημο Νικηταρά και πολεμούσε κοντά του. Κατά την υποχώρηση του Δράμαλη, οι Τσάκωνες τοποθετήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη στη μάχη της Κλένιας σε θέση στρατηγική και δώσανε τη χαριστική βολή στο μεγάλο Σερασκέρη (τουρκ. στρατιωτικός διοικητής). Εκεί σκοτώθηκαν δύο γενναίοι Τσάκωνες: ο μπουλουξής (διοικητής άτακτου, μικρού στρατιωτικού σώματος) Νικόλαος Χουλιαράς και ο Γιάννης Αντριάς, "αφού έκαμαν το χρέος των, το δεκαπλάσιον εις τον εχθρόν" .

Τη συμμετοχή τους επιβεβαιώνει κι ένα ιστορικό κλέφτικο τραγούδι.

"Πουάντζα, 'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)

Ακόμα, στην πολιορκία του Ναυπλίου (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1822) σκοτώθηκε κι άλλο ένα τσακωνόπουλο, ο Γιάννης Λάμπρος. Οι Τούρκοι της πόλης με συνθήκη την παραδίνουν στον Κολοκοτρώνη την 1η Δεκεμβρίου 1822. Σε όλες τις περιόδους των χρόνων του πολέμου της Επανάστασης, οι Τσάκωνες δίνουν το παρόν προσφέροντας ένοπλους πολίτες, άφθονο χρήμα και πλούσια εφόδια.
Τον Αύγουστο του 1822 ο Πάνος Κολοκοτρώνης βρίσκεται στον Πραστό και συγκεντρώνει χρήματα. Τότε ειδοποιείται από τους Σπετσιώτες ότι επίκειται κατάπλους του Τουρκικού στόλου με άμεσο στόχο την καταστροφή του νησιού. Από εκεί, με την βοήθεια του Γιαννούλη Καραμάνου και των άλλων Προκρίτων, συγκεντρώνει τετρακόσιους Τσάκωνες, και πάνε στις Σπέτσες, όπου και παρέμειναν προστατεύοντας το νησί. Έτσι, δεν επαναλήφθηκε και στις Σπέτσες, η σφαγή των Ψαρών και της Χίου.
Όταν γράφονται οι μελανές σελίδες του Εμφύλιου σπαραγμού (1823-1825) και οι διαμάχες μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών, Ρουμελιωτών και Μοραϊτών, οι Τσάκωνες φάνηκαν διαλλακτικοί και σώφρονες, εκφράζοντας όμως πάντα την συμπάθειά τους προς τον Κολοκοτρώνη, στον οποίο συμπαρίστανται στις δραματικότατες ημέρες του διωγμού του και στη φυλάκισή του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821-1822), ο Δημήτριος Καραμάνος και στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας (1823) ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ως πληρεξούσιος των Τσακώνων, συντελούν στον κατευνασμό των πνευμάτων.
Ακόμη δεν έχουν επουλωθεί οι πληγές του εμφύλιου σπαραγμού και ένας νέος κίνδυνος απειλεί τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου αποβιβάζεται στο Μοριά, με σκοπό να καταπνίξει την Επανάσταση, εκμεταλλευόμενος τη διχόνοιά τους. Σημειώνει μεγάλες επιτυχίες και κυριεύει τα πιο σπουδαία στρατηγικά σημεία. Δυστυχώς πολιτικοί και στρατιωτικοί υπογράφουν προσκυνοχάρτια και αναγνωρίζουν τον Αιγύπτιο, για να γλιτώσουν. Ο Ιμπραήμ σκορπίζει σε όλη την Πελοπόννησο τον τρόμο, τον θρήνο και τον οδυρμό. Από το πέρασμά του μένει η φρίκη και η ερήμωση. Πανικός έχει καταλάβει τους πάντες. Ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας συμβουλεύει επίμονα την κυβέρνηση Γεώργιου Κουντουριώτη, να αποφυλακίσει "τον Γέρο του Μοριά" και έτσι γίνεται.
Ο μόλις αποφυλακισθείς από τους αντιπάλους του, Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας είναι οι μόνοι που διατηρούν το θάρρος τους. Ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζει τη "Νέαν Στατηγικήν", να μην δίνει μάχη, αλλά να παρενοχλεί τον αιμοδιψή Αιγύπτιο και να τον φθείρει.
Το καλοκαίρι του 1825 οι Τσάκωνες πολεμιστές βρέθηκαν στους Μύλους, στα Βέρβενα, στην Νταβιά, στην Τεγέα και όπου αλλού μπόρεσαν με κλεφτοπόλεμο να αντιμετωπίσουν τους στρατιώτες του. Θύματα στους αγώνες αυτούς οι Τσάκωνες είχαν αρκετά. Σκοτώθηκε ο Δημήτρης Γεωργίτσης, ο Γιωργάκης Νικολέσης, ο Δημήτρης Τσούχλος και ο Π. Βουρλιώτης.
Ο στρατός του Ιμπραήμ μπαίνει και στην Τσακωνιά. Στην Καστάνιτσα βρίσκουν αντίσταση από τον ηρωικό αγωνιστή Τσάκωνα Γιάννη Καψαμπέλη, ο οποίος οχυρωμένος στον ομώνυμο πύργο του, υπερασπίζεται την τιμή του χωριού του. Ο Αιγύπτιος, ντροπιασμένος, αποχωρεί και κατευθύνεται στον ακμάζοντα Πραστό (Σεπτέμβριος 1826). Οι Πραστιώτες είναι οχυρωμένοι στους πύργους τους, ενώ ο Ιμπραήμ περικυκλώνει το χωριό. Τρεις μέρες περιμένει, να παραδοθούν οι Πραστιώτες. Αυτοί τον παραπλανούν με την αναμονή τους, ενώ αποφασίζουν να φύγουν όλοι για το Λεωνίδιο, "το σίγουρο τόπο", σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, επειδή βλέπουν το μάταιο του αγώνα τους.
Μέσα στις νύχτες, αθέατοι, εγκαταλείπουν τον Πραστό, αφού παρέλαβαν ό,τι μπορούσαν από τα κειμήλιά τους, από τα πλούτη τους, από τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει. Προηγουμένως, είχαν μεταφέρει στο Λεωνίδιο, από την εκκλησία της Παναγίας, το ξυλόγλυπτο τέμπλο της, έναν επιβλητικό πολυέλαιο και την εικόνα της Παναγίας του Πραστού. Όλα στολίζουν σήμερα την εκκλησία της Παναγίας του Λεωνιδίου.
Όταν ο Ιμπραήμ αντιλήφθηκε την φυγή τους, διέταξε λεηλασία και φωτιά σε ό,τι έμεινε. Όλα παραδόθηκαν στις φλόγες και μεταβλήθηκαν σε αχνίζοντα ερείπια. Κάηκε ολόκληρος ο Πραστός, με τα χίλια διακόσια (1200) σπίτια του.
Μερικές γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν, κλείνονται στον πύργο του Γούλελου και αρνούνται να παραδοθούν. Οι εχθροί τον κυριεύουν και διατάσσουν την εκθεμελίωσή του. Σήμερα, από τον πολυτραγουδισμένο αυτόν πύργο του Γούλελου δεν μένουν παρά ένας σωρός από πέτρες. Και ο Πραστός εγκαταλείφθηκε για πολλά χρόνια, αφού οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο-Αντρέα.
Σήμερα, ο Πραστός, γεμάτος ερείπια μέσα από τα οποία ξεφυτρώνουν αραιά σπίτια, όσα έχουν ξαναχτιστεί, είναι μια σβησμένη εικόνα της παλιάς του δόξας. Μια θλιβερή εικόνα, η οποία δείχνει ολοφάνερα ότι από εκεί πέρασε ο Ιμπραήμ και φέρνει την ανάμνηση της σκληρότητας του Τουρκοαιγύπτιου πασά

Η λαϊκή Μούσα θρηνεί:

"Μια λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"