Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΤΣΙΚΑΛΙΩΤΗ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΑΠΛΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ



(εικ. 1)


Η  παρούσα ερασιτεχνική προσέγγιση-  ξενάγηση στον Πύργο του Τσικαλιώτη (εικ.1) ,  είναι η μικρή αφιέρωση που  μπορώ να κάνω στη μνήμη του αείμνηστου Δημάρχου Στυλιανού Μερικάκη  (εικ.2) που είχε τη διορατικότητα, εκτός των τόσων άλλων που έκανε για  τον τόπο μας, να  αγοράσει το 1960 αυτό το αρχιτεκτονικό αριστούργημα  για το Δήμο Λεωνιδίου.


(εικ. 2)


Επίσης να υπενθυμίσω ότι ο αείμνηστος Δήμαρχος ήταν και ο ιδρυτής του Αρχείου Τσακωνιάς το 1954 πρόεδρός του μέχρι το θάνατό του, στις 9-9-1980.
Εδώ θα πρέπει να τονίσω ότι ο Τάκης Πιτσελάς και ο Κώστας Τροχάνης, συνεχίζουν επάξια την αξιόλογη πορεία του Αρχείου Τσακωνιάς και κάνω πρόταση, ένα από τα επόμενα συνέδρια να είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Στυλιανού Μερικάκη, μιας & το 2010  κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό του.
Τώρα θα  μου επιτρέψετε, αν και δεν είμαι  ειδικός, να σας κάνω μια ξενάγηση, με τα μάτια  ενός απλού επισκέπτη,  στον Πύργο  που είναι κηρυγμένο  ιστορικό διατηρητέο μνημείο  και ανοικοδομήθηκε από τον Κων/νο  Τσικαλιώτη, που προέρχεται από τις  παλαιότερες και σημαντικότερες οικογένειες  της Τσακωνιάς, ο ίδιος  ήταν   μέλος της Φιλικής Εταιρείας (εκ.3), και πρόσφερε   πάρα πολλά  χρήματα και εφόδια, στον αγώνα της απελευθέρωσης, δάνεισε  πάρα πολλά στο Νέο Ελληνικό Κράτος και η Επιτροπή Εκδουλεύσεων, τον  κατέταξε στην Γ΄ τάξη των χορηγών του Αγώνα.


(εικ. 3)


Ο Πύργος  κατασκευάστηκε το 1808, πάνω σε παλαιότερες θεμελιώσεις που δεν έχουμε  στοιχεία για το  κτίσιμό τους,  είναι χαρακτηριστικός τύπος αμυντικής  κατοικίας, πέτρινη κατασκευή (εικ 4 από τη μελέτη αποκατάστασης των  ΚΙΖΗ-ΓΡΑΜΜΑΤΟ- ΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΝΟΥΣΑΚΗ),  με βυζαντινές επιρροές  στην  κατασκευή του, με ενδιάμεση  προσθήκη κεραμικών, τόσο στον πυργίσκο (δακτυλίων) όσο και στα υπέρθυρα (τόξα).                                                                    
(Εικ. 4)

 
(εικ.5)



(εικ.6)

Ο Πύργος  περιβάλλεται από χονδρό μαντρότοιχο  ύψους  3,5 μέτρων (εικ 5,6,7) και είναι γεμάτος τουφεκίστρες.
Το αρχοντικό δεν έχει ζεματίστρες, γιατί  δεν  είναι  μόνο το κυρίως  πυργόσπιτο (η  συνηθισμένη βαλκανική τεχνική ήταν όλα σε ένα κτίριο),  έχει ανατολίτικη επιρροή έχει  μεγάλη αυλή, με  βοηθητικά κτίσματα,  αποθήκες, στέρνα, φούρνο, ακόμα και το  δωμάτιο  με την κρύπτη έχει  είσοδο από την αυλή, γι’ αυτό το κτίριο είναι έτσι οχυρωμένο  (ανατολίτικη τεχνική ψηλός μανδρότοιχος γύρω-γύρω & άλλα κτίσματα στην αυλή).




(εικ. 7)


Σε ψηλότερο επίπεδο δίπλα στο λιακωτό , υπάρχει τάπια (εικ. 8)  με  πλήθος  από  τουφεκίστρες, να εποπτεύει την Νότια και Δυτική πρόσβαση  προς τον Πύργο.


(εικ.8)
 
Στη ΝΑ γωνία  του μαντρότοιχου,  βρίσκεται  ο πυργίσκος (εικ.9), να δεσπόζει, κτισμένος διαγώνια του  κτιρίου,  έχοντας πλήρη εποπτεία, τόσο των εξωτερικών χώρων και του  μανδρότοιχου, όσο και του εσωτερικού χώρου, του κτιρίου και  της σκάλας  που οδηγεί στο δωμάτιο με την κρύπτη.  Επίσης σε κάθε γωνία του κτιρίου  σε όλους τους ορόφους υπάρχουν τουφεκίστρες  και όλα αυτά  το κάνουν  απόρθητο. 


(εικ. 9)


Η εξώπορτά του (εικ. 10) είναι  ξύλινη   γερή κατασκευή ενισχυμένη με χοντρά καρφιά που έχουν εξωτερικά ¨κεφάλι¨  διαμέτρου 3-4  εκατοστά (εικ.11) και πίσω, για αντίσταση (κόντρα), αμπάρα και 2 χονδρά κορδομύρια (εικ. 12) που καθιστούν δύσκολη την παραβίασή της, ακόμα και με ¨πολιορκητικό κριό¨.


(εικ.10)


(εικ. 11)


(εικ. 12)


Εάν παρ΄ όλα αυτά, παραβιάσουν την εξώπορτα ή  μπουν από το  μαντρότοιχο,  υπάρχει αμυντική αλληλουχία σε όλους τους χώρους.
H αυλή καλύπτεται από τουφεκίστρες από το κυρίως κτίριο τόσο από τη βόρεια πλευρά (εικ.13)  όσο και από τη  δυτική πλευρά (εικ. 14)
από το βοηθητικό κτίσμα (μαγειρείο–αποθήκη), (εικ 15) και από τον πυργίσκο (εικ 9).


 
(εικ 13)


(εικ. 14)




(εικ. 15)


O χώρος μπροστά από την αυλόπορτα της  καμάρας, καλυπτεται από  δύο (2) τουφεκίστρες  εκατέρωθέν της  πόρτας (εικ.16).



(εικ. 16)


Oι  πρώτες σκάλες (εικ.17) καλύπτονται από  2  τουφεκίστρες,  δίπλα  στα  παράθυρα  του πρώτου και του δεύτερου ορόφου (εικ.18), που δεν είναι  συμμετρικές με τις άλλες τουφεκίστρες (είναι πιο αριστερά από το  παράθυρο, όπως τις βλέπουμε), για να εποπτεύουν όλη τη σκάλα και να  πυροβολούν στην πλάτη, αυτόν που θα ανεβαίνει στις σκάλες (σε όλο το  μήκος και πλάτος της).

 
(εικ.17)


 
(εικ.18)

Εάν κάποιοι  περάσουν, από τα πυρά της σκάλας, το λιακωτό καλύπτεται από  3  τουφεκίστρες (εικ 19)



 
(εικ 19)


Ανεβαίνοντας προς το ξουστάγι,  (εικ.20 και 21) τα τελευταία σκαλοπάτια, είναι ασύμμετρα (απότομα)  και  δε χρειάζεται  οι αμυνόμενοι να χτυπήσουν τον εισβολέα, αρκεί  μία  ώθηση  και πέφτει πίσω αυτός που ανεβαίνει, γιατί   το κέντρο βάρους του   γέρνει προς τα πίσω (το καταλαβαίνεις πόσο απότομες είναι, όταν  κατεβαίνεις τις σκάλες, και γέρνεις  προς τα εμπρός).                
(Ξουστάγι: Σκεπαστός εξώστης, μπροστά από την κύρια είσοδο του σπιτιού,   η  λέξη χρησιμοποιείται στην Τσακωνιά).




(εικ.20)


(εικ.21)                






Ανεβαίνοντας προς το   ξουστάγι σε πυροβολούν από 1 τουφεκίστρα
(εικ.  20 & 22) στην ευθεία της σκάλας με κατεύθυνση προς το κτίριο, για  να οδηγούν τους εισβολείς στην εξωτερική πλευρά και, όταν πλησίαζαν,  τους χτυπούσαν από 3 άλλες  τουφεκίστρες, κάθετες   στην προηγούμενη  (διασταυρωμένα  πυρά) (εικ. 22).


(εικ.22)


Το συγκρότημα  είχε σχετική αυτονομία για  διαβίωση, είχε το φούρνο του  
(εικ  23), τη στέρνα του για  νερό, το στόμιο της οποίας έχει  διακόσμηση με  Κωνσταντινοπολίτικη  επιρροή (εικ.24), κελάρι με κιούπια (π.χ.όπως στην  εικ.25 από άλλο κελάρι), γεμάτα λάδι, κρασί, αλεύρι και άλλα  εφόδια.   ΄Ενα τεράστιο κιούπι  έχει διασωθεί  από το κελάρι του πύργου και   βρίσκεται στην αυλή του κτιρίου ( (εικ.  26).

(εικ. 23)

 
(εικ.24)




 
(εικ.25)



 
(εικ.26) 

Σαν κατασκευή ο πύργος έχει μια τυπική διάταξη Γ  που αρχίζει από το ισόγειο, με μία μεγάλη καμάρα  με βόρειο  προσανατολισμό, με ενδιάμεσο χώρισμα και αλληλοστηρίζεται κάθετα με 4  μικρότερες καμάρες, με ανατολικό προσανατολισμό και μία 5η καμάρα συνέχεια των 4ων  ( με την τάπια επάνω της) (εικ. 27& 28),  η οποία εφάπτεται του κεντρικού κτιρίου στην Ν.Α. γωνία του που κάνουν την όλη πέτρινη κατασκευή ακόμα πιο γερή και ο πύργος, αν και πέρασε τους 2  αιώνες ζωής, στατικά, παραμένει σε άριστη κατάσταση.


(εικ.27)


(εικ.28)


Η διάταξη ¨Γ¨ συνεχίζεται από τη βορειότερη μικρή καμάρα με τους βοηθητικούς χώρους (εικ.28).
Επάνω στην μεγάλη καμάρα είναι το χειμωνιάτικο, με το τζάκι να το διατηρεί ζεστό αφού επάνω υπάρχουν  δωμάτια, κάτω  καμάρα, γύρω-γύρω υπάρχει χονδρός τοίχος και οι απώλειες θερμοκρασίας μηδαμινές.
Στον 2ο όροφο υπήρχαν  οι οντάδες και η γωνιά που θα δούμε παρακάτω.

Το κτίριο    έχει  επιρροές  από τα μέρη που  ταξίδευε ο Κων/νος Τσικαλιώτης, , μια  και σαν καραβοκύρης (εφοπλιστής) που ήταν, τα ταξίδια του  δεν ήταν και  λίγα.                         
Ο ισόγειος  βοηθητικός  χώρος  έχει  θυρίδες  με  ανατολίτικα  στοιχεία  (εικ.29,30), όπως και  οι 2 σειρές, από τις τετραπλές θυρίδες στον οντά  του 1ου ορόφου (εικ.31 & 31α).


(εικ.29)


(εικ.30)


 
(εικ.31)


 
(εικ.31α)

Στον οντά του 1ου ορόφου θα  παρατηρήσουμε τα ξυλόγλυπτα ντουλαπόφυλλα (εικ. 32),  το ξυλόγλυπτο   ταβάνι (εικ.33,34) διακοσμημένο με ξύλινα πηχάκια.    



(εικ.32)

 
(εικ.33)
                                                   


(εικ.34)


Εδώ παρατηρούμε την παλιά με τη νέα  κατασκευή , πολύ πετυχημένη αποκατάσταση και να σημειώσουμε ότι κάθε εργασία που γίνεται στο κτίριο, που, όπως προανέφερα, είναι προεπαναστατικό (1808), πρέπει να  εγκριθεί από το Κ.Α.Σ. (Κεντρικό Αρχαιολ. Συμβούλιο).
Το τζάκι  (εικ.35) που  η καπνοδόχος του βγαίνει στην καπνοδόχο του τζακιού του 2ου ορόφου (εικ.36) και από εκεί μοιράζονται την κοινή καπνοδόχο, κατασκευή που συναντάμε, εκείνη την εποχή, σε αρχοντικά και παλάτια της Ευρώπης.


(εικ.35)


(εικ.36)

Ανεβαίνοντας προς το 2ο όροφο παρατηρούμε στο ξουστάγι την τοξοστοιχία  με τις κοιλόκυρτες διακοσμητικές αψίδες (εικ.37), που υπάρχουν  και στο μεγάλο οντά (εικ.38) τεχνοτροπίας ARABESQUE επιρροή (Μαυριτανοϊσπα-νική).


(εικ.37) 


(εικ.38)


Στο ξουστάγι θα  παρατηρήσουμε τη διακόσμηση στις πόρτες (εικ.39 & 40) να γίνεται πιο  ¨Ευρωπαϊκή¨, με ρόμβους και περίτεχνα ρόπτρα (εικ.41) τοποθετημένα στις  2 πόρτες, οι οποίες έχουν μεγάλες χειροποίητες κλειδαριές και  πίσω  αμπάρες.
Τα περίτεχνα ρόπτρα σχηματίζουν τον  αριθμό 8 (καλότυχος αριθμός για τους αρχαίους ακόμα και για τους  Κινέζους έχει συνήχηση με τις λέξεις ανάπτυξη- ευημερία), τοποθετημένα  πάνω σε ¨ρόδακες¨ (εικ. 41)

 
(εικ.39)



(εικ. 40)


 
(εικ.41)                             .       
Στο  2ο ΄Οροφο, στο Γ  που σχηματίζεται στο ένα άκρο υπάρχει οντάς με δάπεδο από λευκό, γκρι & μαύρο μάρμαρο (εικ.42), συμμετρικά παράθυρα (εικ.43) και ωραίους φεγγίτες (εικ 43α), καλοδουλεμένα ξυλόγλυπτα ντουλαπόφυλλα  (εικ. 44) και θαυμάσιο ξύλινο ταβάνι (εικ. 45).   


(εικ.42


(εικ.43)

 
(εικ.43α)


(εικ. 44)


(εικ. 45)

Δίπλα στο σαλόνι υπάρχει η γωνιά που χωρίζεται από το κυρίως σαλόνι με μεσάντρα (εικ.46)


(εικ.46) 

Εδώ υπάρχει το δεύτερο τζάκι (εικ.36) που μοιράζεται την καπνοδόχο του, με το τζάκι του 1ου ορόφου που προανέφερα (εικ.35).
Ψηλά στην καπνοδόχο του ξεκινούν  2 ξύλινα  στηρίγματα που καταλήγουν  οι άκρες τους  σε δόρατα (εικ.47), διακόσμηση που ταιριάζει στον Πύργο.


(εικ.47)


Η μεσάντρα (εικ.46)  που χωρίζει  τη γωνιά  από τον οντά,  έχει ενδιάμεσα  τουαλέτα (εικ.48) από κατασκευής, με καλοκτισμένο  εξωτερικό πέτρινο  κύρτωμα (εικ.49), που βοηθά στη λειτουργικότητά της  (πρωτοποριακά στοιχεία για εκείνη την εποχή).


(εικ.48)



(εικ.49)
Πάνω από τη μεσάντρα,  υπάρχει ο γυναικωνίτης  (εικ.50), με καφασωτό μπροστά, για να μην βλέπουν οι άνδρες τις  γυναίκες οι οποίες από εκεί παρακολουθούσαν τις συναντήσεις-συζητήσεις  των ανδρών και αργότερα, συζητούσαν κατ΄ ιδίαν  με τους  άνδρες τους.


Ο γυναικωνίτης είχε και  άλλη χρήση: Όταν ερχόταν συμπεθεριό, οι άνδρες με τον υποψήφιο γαμπρό και τους συγγενείς τους, συζητούσαν στη μεγάλη σάλα  και οι γυναίκες στο γυναικωνίτη, πίσω από τo καφασωτό  και την αραχνοΰφαντη κουρτίνα, με την  υποψήφια νύφη   παρακολουθούσαν  τις συζητήσεις, έβλεπαν το γαμπρό και την οικογένειά του και  προσπαθούσαν να τους ψυχολογήσουν.



(εικ.50)


Στο τέλος, όταν  οι άνδρες τα ¨βρίσκανε¨  (προίκα κ.λ.π), κατέβαινε η κοπελιά και, εάν της  άρεσε ο γαμπρός,  έφτιαχνε καφέ και του σερβίριζε, εάν ήταν γλυκός, γινόταν το συμπεθεριό, εάν ήταν πικρός (σκέτος), δε γινόταν συμπεθεριό και έφευγαν ¨άπρακτοι¨.
Εδώ είχαμε το  τραγελαφικό, να μην άρεσε στη μεγάλη κόρη και να άρεσε στη δεύτερη ο  γαμπρός και σπάνια μεν,  αλλά γεγονός  δε, να παντρεύεται,  κατά  παράβαση των εθίμων και αρχών  της εποχής, η δεύτερη κόρη πριν από την  πρώτη, για να ¨αποκαταστήσουν πιο γρήγορα τα κορίτσια¨ …….
Το έθιμο διατηρείται  και σήμερα στα βάθη της Ανατολής.
Η μεγάλη σάλα  έχει κοιλόκυρτες   διακοσμητι-κές αψίδες  , όπως και ο εξώστης που προανέφερα, φεγγίτες,  περιμετρικά παράθυρα, (εικ.38 & 50α) και θαυμάσιο ξυλόγλυπτο ταβάνι  (εικ.51).


(εικ.50α)


(εικ.51).


Εχει διακόσμηση ψηλά: Με 2 παραστάσεις με  το φοίνικα να αναγεννάται  μέσα από τις στάχτες, με το σταυρό πάνω από  το κεφάλι (εικ.52), που συμβόλιζε την αναγέννηση της νεότερης Ελλάδας  της  χριστιανικής (διακαής πόθος του, μια και ήταν μυημένος στη Φιλική  Εταιρεία ),  μαζί και η  αρχαία Ελλάδα με 2 παραστάσεις της θεάς Αθηνάς   με την ασπίδα και το δόρυ της (εικ 53).


 
(εικ.52)  


(εικ 53)


Η διακόσμηση γύρω-γύρω ήταν κλήματα (εικ.54), ίσως γιατί λατρευόταν ο Διόνυσος στις  Πρασιές, όπως και η θεά Αθηνά (Παυσανία Λακωνικά ΙΙΙ 24,4-6).


(εικ.54)


Δε θα παραλείψω να αναφέρω στις τέσσερις γωνίες, τις 4 παραστάσεις της θάλασσας (εικ.54α), μια και σαν καραβοκύρη που ήταν ο Τσικαλιώτης, δεν έπρεπε να λείπει  η  θάλασσα από τη διακόσμηση.
(εικ.54 α)


Κατεβαίνοντας τις σκάλες θα παρατηρήσουμε τα κάγκελα στο παράθυρο του 1ου  Ορόφου (εικ. 55, 56),  με τους 14 γωνιακούς κόμπους, σχέδιο που το  συναντάμε : στο Παλάτι ΤΟΠ-ΚΑΠΙ στη Κωνσταντινούπολη: τόσο στα παράθυρα   της  βιβλιοθήκης, επιχρυσωμένα (εικ.57), γιατί εκεί έκαναν μάθημα, τα  παιδιά των Σουλτάνων, όσο και του κυρίως κτιρίου (εικ.58)  και  του Θησαυροφυλακίου (εικ.59).


(εικ. 55) 


(Εικ.56)




(Εικ.57)

 
(εικ.58)


   
(εικ.59)


Το ίδιο σχέδιο το συναντάμε: στην   εξώθυρα του  στρατοπέδου  των γενιτσάρων (εικ.60 & 61) στον περίβολο του Τοπ-Καπί.                         


 
(εικ.60)


(εικ.61)


Επίσης το συναντάμε σε παράθυρα αρχοντικών στην Σμύρνη  (εικ.62).


(Εικ.62) 

Τα πιο παλιά, τα βρήκα  στα παράθυρα της   Εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων, σήμερα Βεφά Κιλισέ τζαμί (εικ.63 ), στον  Κεράτιο κόλπο, κοντά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πολύ φθαρμένα από το  χρόνο (όπως και εσείς διαπιστώνετε από την φωτογραφία).                                                     


(εικ.63) 

Ο Κων/νος  Τσικαλιώτης στα ταξίδια του, τα είδε, του άρεσαν, τα προμηθεύτηκε από  το εξωτερικό και τα τοποθέτησε στον Πύργο του.
 Στο παράθυρο του δωματίου με την κρύπτη υπάρχει το ίδιο σχέδιο (εικ.63 α), καθώς και στα 3 παράθυρα της ¨γωνιάς¨, αλλά σε λεπτότερη κατασκευή.


(εικ.63 α)


Για να έχω και τη γνώμη ενός ειδικού,  παρακάλεσα τον Αναστάσιο Σταυρόπουλο, τον πιο παλιό ¨σιδερά¨ της  περιοχής, ο οποίος ήρθε στον Πύργο, τον ευχαριστώ για τον κόπο που έκανε  και τη διάθεση που είχε να τα δει, να τα περιεργαστεί, και μου είπε και  αυτός ότι δεν είναι κατασκευασμένα στην περιοχή μας, αλλά εδώ έγινε η  συναρμολόγησή τους και η τοποθέτησή τους.
Πολύ αργότερα και άλλοι έμποροι, που έκτισαν αρχοντικά στο Λεωνίδιο, έφεραν και αυτοί τα ίδια κάγκελα και τα τοποθέτησαν στα αρχοντικά τους.   
Το λιακωτό  έχει πιο απλά κάγκελα, τοποθετημένα πάνω σε μαρμάρινες πλάκες, τα οποία  έχουν  στερεωθεί με μολύβι, όπως και οι σύνδεσμοι των μαρμάρων, για να  απορροφά την διαστολή και συστολή του μετάλλου με το κρύο ή την ζέστη,  για να μη σπάνε τα μάρμαρα (πολύ παλιά τεχνική)




(εικ.64).                   


ΤΟ  ΔΩΜΑΤΙΟ  ΜΕ  ΤΗΝ  ΚΡΥΠΤΗ


( εικ.65 από την πόρτα του πυργίσκου) 


Την Τουρκοκρατία που κτίστηκε ο Πύργος, ο πολυμήχανος κοσμογυρισμένος Τσικαλιώτης, έφτιαξε ένα δωμάτιο με κρύπτη, προφανώς για να κρύβει,τα κορίτσια, για να μη τα πάρουν οι Τούρκοι για τα χαρέμια τους, τα αγόρια για να μη τα πάρουν για γενίτσαρους,αλλά & τα πολύ- τιμα μικροαντικείμενα που είχε ο πύργος του.            
Το δωμάτιο είχε τέτοια πρόσβαση, ώστε, όποιοι προσπαθούσαν να μπουν, να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερες   απώλειες…..
Σε αυτό,  ανεβαίνεις από την αυλή από μία στενή σκάλα για να ανεβαίνει ένας-ένας για την  αποτελεσματικότερη άμυνα.
Εδώ θα παρατηρήσουμε την τέχνη της  καλομελετημένης άμυνας, τα σκαλοπάτια αρχίζουν (σε εκατοστά) με ύψος 14   και βάθος 27 ανεβάζοντας σταδιακά το ύψος στο 2ο σκαλοπάτι στα 16  εκ. με πλάτος 25, από το 3ο έως το 5ο   στα 26 εκ. με  το ίδιο πλάτος, στη συνέχεια δίνει μια ανάσα στο 7ο κατεβάζοντας το ύψος στα 22 εκ. & βάθος 22 εκ.,


(εικ.66) (τα κάγκελα που βλέπετε έχουν, τοποθετηθεί πρόσφατα, για ασφάλεια των επισκεπτών).  



(εικ. 66α) 
συνεχίζει από το 8ο  έως το 12ο  με ύψος 24 εκ. και βάθος 23 και στο προτελευταίο σκαλοπάτι (13ο) διατηρεί το ύψος στα 24 εκ. στενεύει το βάθος στα 16  εκ. (εικ.66 & 66α) και αυτός που ανεβαίνει πατάει μόνο  με τη μύτη του ποδιού του, δεν έχει καμία στήριξη για άνοδο, δεν έχει ισορροπία  και πάλι με μία μικρή ώθηση πέφτει πίσω…..  
Τα κανονικά σκαλοπάτια έχουν συνήθως διάσταση:18 ύψος και βάθος 28
Επίσης οι αμυνόμενοι του ανωτέρω  δωματίου, είχαν βοήθεια από τον πυργίσκο, όπου υπήρχαν τουφεκίστρες τόσο  για τρομπόνι (εικ.67), όσο και για πιο απλά όπλα, καριοφίλια κ.λ.π.







(εικ.67 μέσα από την τουφεκίστρα-θυρίδα για τρομπόνι του πυργίσκου)  
Η πόρτα του δωματίου ήταν χαμηλή  ύψους  1,5 μ. (εικ.67), για να μπαίνουν σκυφτοί οι εισβολείς (να έχουν  ελεύθερο  σβέρκο), γιατί μετά την πόρτα, αριστερά υπήρχε χώρος (εικ.68)  για έναν αμυνόμενο, να αποκεφαλίζει με το γιαταγάνι τον σκυφτά  εισερχόμενο εισβολέα.



(εικ.67)




(εικ.68)


Μέσα στο δωμάτιο, στον ανατολικό τοίχο  του δωματίου, υπήρχε ένα ντουλάπι (εικ.69), το οποίο έβγαινε και πίσω  υπήρχε κρύπτη (εικ. 70).
Η είσοδος της  (χώρος του ντουλαπιού) είναι διαστάσεων (σε μέτρα) 0,60 Χ  0,90, η δε  κρύπτη έχει διαστάσεις 1,20 Χ 3,70  και ύψος 1,95 (χώρος αρκετός για  κρύβουν τα κορίτσια, τα αγόρια και τα πολύτιμα μικροαντικείμενα, που  προαναφέραμε...).  
Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ότι υπήρχε στοά διαφυγής από τον Πύργο, νότια προς τον χείμαρρο Δαφνώνα.


(εικ.69)




(εικ. 70)


Πριν πολλά χρόνια κάποιοι γέροι μας έλεγαν ότι όταν ήταν παιδιά και έπαιζαν στην αυλή του Πύργου, μπορούσαν και έμπαιναν στην στοά.  
Επίσης σε  πρόσφατες εργασίες που έγιναν στον Πύργο, βρέθηκε στην ΝΑ γωνία της αυλής, κάτω από την πυργίσκο στο έδαφος (εικ.70α),  ένα πετρόκτιστο τετράγωνο  που έχει επιχωματωθεί  πρόσφατα, με κεραμίδια και άλλα υλικά, ίσως από τις πρώτες επισκευές που είχαν γίνει, μετά την αγορά του από το Δήμο (1960) και από τη θέση του στην ευθεία του δρόμου, που ήταν η στοά διαφυγής, θα πρέπει να ήταν η είσοδός της.




(εικ.70α)



Ο   Π Υ Ρ Γ Ι Σ Κ Ο Σ



(εικ. 71)

Ο πυργίσκος που προανέφερα (εικ.9), στη  ΝΑ γωνία του συγκροτήματος,  είναι μοναδικός. 
Φανταστική  πέτρινη κατασκευή  με ενδιάμεσα κεραμικά δακτυλίδια. 
Έχει ύψος περίπου 4 μέτρων πάνω από τον μαντρότοιχο.
Εσωτερικά έχει ύψος 3,85 μ. και διάμετρο 2 μέτρα.
Σε ύψος 1,75 είχε ενδιάμεσα  ξύλινο πατάρι, για να αμύνονται από δύο επίπεδα, με πλήθος τουφεκίστρες, θυρίδες  για  μικρό κανόνι  και τρομπόνια (πολεμικό όπλο, με μεγάλο άνοιγμα στην κάνη  (σαν χωνί) για κοντινές αποστάσεις), που το χρησιμοποιούσαν κυρίως οι  ναυτικοί, όταν δέχονταν  επίθεση και ¨ρεσάλτα¨ από πειρατές.
Στον πυργίσκο θα τα είχε  ο πλοιοκτήτης Τσικαλιώτης, για να ελέγχουν το  μικρό χώρο της αυλής και  τη σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιο με την  κρύπτη (εικ. 67), καθώς και τους δρόμους, όταν πλησίαζαν εχθροί


(εικ.72)


Στο πρώτο  επίπεδο του πυργίσκου υπήρχαν 4 σειρές με θυρίδες και τουφεκίστρες, η 1η  σειρά είχε 2 θυρίδες για κανονάκι αμέσως μετά 2η σειρά, με  λίγες τουφεκίστρες, στην συνέχεια 3η  σειρά με πλήθος από τουφεκίστρες και 8 κοιλότητες από κατασκευής για να τοποθετούν τα βόλια, κάτω από τις πρώτες πολεμίστρες και αμέσως μετά 4 τουφεκίστρες για τρομπόνι (3η σειρά), σε σταυρωτή διάταξη, για να ελέγχουν όλους τους χώρους τόσο εσωτερικά (την αυλή) όσο και εξωτερικά.
Το δεύτερο επίπεδο του πυργίσκου, πάνω από το πατάρι είχε 2 θυρίδες για κανονάκι  και 9 τουφεκίστρες.
Συνολικά ο πυργίσκος είχε 4 θυρίδες για κανονάκι, 4 θυρίδες για τρομπόνι και 36 τουφεκίστρες, αν μη τι άλλο, μπορούσαν να έχουν μία  φοβερή δύναμη πυρός, για εκείνη την εποχή.
Η οροφή του ήταν καλυμμένη με κουρασάνι  και  έχει τρύπες για τον εξαερισμό από τον καπνό από το μπαρούτι (εικ.73).


(εικ.73)


Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι, κάθε γωνία του κτιρίου και κάθε πόρτα είχε τουφεκίστρες, συνολικά εκτός του πυργίσκου, το υπόλοιπο κτίριο με τον μανδρότοιχο και την τάπια είχαν 56 τουφεκίστρες.


ΑΛΛΑ   ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Οι φεγγίτες του είχαν βιτρώ (εικ.43α), που ήταν δυτικού γούστου (η ιστορία του ξεκινά τον 11ο αιώνα, από  ευρωπαίους, υαλουργούς τεχνίτες).
Η καμινάδα του  τζακιού στον 2ο όροφο, επειδή δέχεται και την καμινάδα του τζακιού του 1ου  ορόφου έχει κατάσκευα-στεί μεγαλύτερη  εξωτε-ρικά με μία πετρόκτιστη  αριστουργηματική κατά-σκευή  (εικ.74), στη βόρεια πλευρά του πύργου,  στηριγμένη στο κτίριο με σταυρωτά αγκωνάρια, όπως και δέσιμο στις γωνίες της οικοδομής  (εικ.75).



(εικ.74)

 
(εικ.75)


Ανάμεσα στα παράθυρα και στους φεγγίτες του μεγάλου οντά του 2ου  ορόφου, υπάρχουν θυρίδες, (εικ.76), στις οποίες λένε ότι, τοποθετούσαν  μικρές εικόνες και εξωτερικά σε πλάκα, που ήταν τοποθετημένη στις  πέτρες, που βλέπετε στη διπλανή εικόνα, τοποθετούσαν καντήλι ή φαναράκι.

(εικ.76)


Κατά την ταπεινή μου άποψη, είχε και μία άλλη χρήση, όταν περίμεναν ταξιδιώτες, τοποθετούσαν κάποιο φως εξωτερικά στην πλάκα ή εσωτερικά στην θυρίδα, όταν είχε κακοκαιρία, για να το βλέπουν και να προσανατολίζονται αυτοί που περίμεναν.
Η άποψη αυτή αιτιολογείται, γιατί υπάρχουν οι θυρίδες, μόνο στην νότια πλευρά του κτιρίου, και συγκεκριμένα με προσανατολισμό από εκεί που περίμεναν τους ταξιδιώτες: ανατολικά από τη θάλασσα, δυτικά και νότια από τα χωριά και δεν υπάρχουν στις βόρειες πλευρές του κτιρίου, που είναι προς τον Κοκκινόβραχο.
Αυτό το παρατηρούμε και σε άλλα αρχοντικά.
Ο Κων/νος Τσικαλιώτης ήταν ένθερμος  πατριώτης, και έγραψα στην αρχή για τη συμμετοχή του στην Φιλική  Εταιρεία και την προσφορά του στην επανάσταση του 1821, παράλληλα όμως  ήταν και βαθιά θρησκευόμενος,  γιαυτό  και στον πύργο που έκτισε,  έφτιαξε 2 εικονοστά-σια, ένα στο μεγάλο οντά (εικ.77) και ένα εξωτερικό, πάνω από την ανατολική πόρτα στο  ξουστάγι (εικ.78)


 
(εικ.77)


(εικ.78)


Εβαλε σταυρούς στα υπέρθυρα: της εξώπορτας (εικ.79), του βοηθητικού οικήματος (εικ.80), της νότιας πόρτας στο ξουστάγι,  ακόμα και στις δύο παραστάσεις του φοίνικα,  στο μεγάλο οντά (εικ.52),  έχει βάλει σταυρούς πάνω από το κεφάλι του φοίνικα, που ήταν συμβολική  παράσταση, όπως γράψαμε.


(εικ.79)


(εικ.80)


(εικ.81)    


Επίσης σχεδόν σε όλα τα κεφαλάρια των παραθύρων του πύργου, έχει χαράξει πολλά σχέδια σταυρών (μερικοί από αυτούς στις εικ. 82-90).


(εικ. 82)


 
(εικ. 83)


(εικ. 84)



(εικ.85)



(εικ.86)



(εικ.87)



(εικ.88)



(εικ.89)


(εικ.90) 


Σχεδόν όλο το κτίριο, το είχε  ζώσει με  σταυρούς, για να προστατεύετε από κάθε τι κακό.
Πρέπει να ήταν  προληπτικός, γιατί, εκτός από τους σταυρούς, είχε βάλει ρόδακες: στα  3 ταβάνια (εικ. 34, 45 και 51) στα  ρόπτρα (εικ.41), στις εξ. θυρίδες (εικ 76).
Εκτός από τους ρόδακες, είχε βάλει και  γεωμετρικά σχήματα στις πόρτες (ει.91), (οι αρχαίοι  πίστευαν ότι όλα  αυτά απωθούν το κακό), ακόμα στις σκάλες που οδηγούσαν στο δωμάτιο με  την κρύπτη, το σκαλοπάτι παγίδα ήταν το 13ο  (για την κακοτυχία του εισβολέα;).
Η κατασκευή του και η οχύρωσή του  δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του: ΠΥΡΓΟΣ, παράλληλα όμως,  με όλα αυτά  τα στοιχεία που έχει, είναι ένα ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ (εννοούμε σπίτι με μία  ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική μορφή).


(εικ 91) 

Δεν είναι τυχαίο ότι: Ο καθηγητής κ. Δρανδάκης το χαρακτήρισε  «Εν εκ των ωραιότερων αν μη,το ωραιότερο κτίριο της Τουρκοκρατίας εν Πελοποννήσω» και ο καθηγητής κ. Πάλλας βρίσκει στον Πύργο αυτόν, ιδίως στο χαγιάτι του, «ότι διασώζεται ο γνησιότερος ρυθμός του Μεσαιωνικού Μυστρά».
Επίσης η καθηγήτρια μεσαιωνικής αρχιτεκτονικής, στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (Σαν Χοσέ) και διευθύντρια της Γεναδείου Βιβλιοθήκης Αθηνών (1983), κα Κιτσίκη-Παναγοπούλου Μπεάτα σε μια πρωτότυπη μελέτη της, για τα σπίτια της αστικής τάξης, στη Βαλκανική χερσόνησο του 18ου  και 19ου  αιώνα με τίτλο ¨Τα αρχοντικά των Βαλκανίων επί Τουρκοκρατίας¨, είχε εντάξει σε αυτή και τον Πύργο του Τσικαλιώτη (σχετικό ρεπορτάζ είχε κάνει στον Ταχυδρόμο της 15-12-1983 η κα Λίζα Πετρίδη).
Στις 19 Ιουλίου 1990 έγινε στις Βρυξέλλες η επίσημη  ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την ένταξη προτύπων μελετών διατήρησης και προβολής της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Κοινότητας, στο πρόγραμμα Πολιτιστική Δράση του 1990.
Η επιλογή έγινε μεταξύ 1.138 μελετών που είχαν υποβληθεί και βραβεύτηκαν 26, μεταξύ αυτών και η μελέτη των συνεργαζόμενων  γραφείων Γ.Κίζη και Π. Γραμματόπουλου-Χρ.Πανουσάλη για την αποκατάσταση και ένταξη νέων χρήσεων στο προεπαναστατικό Αρχοντικό Τσικαλιώτη (1808).
Τέλος θα ήθελα να ευχηθώ, η παρούσα ερασιτεχνική ξενάγηση, που έκανα,
 σε  αυτό το οικοδομικό αριστούργημα, να γίνει αφορμή να ασχοληθούν, αφ΄  ενός κάποιοι ειδικοί, για να μελετήσουν όλα αυτά τα στοιχεία που ανέφερα  και αφετέρου να προχωρήσει ο Δήμος, οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΟ και  οι λοιποί φορείς του τόπου, για να γίνει ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΣΙΚΑΛΙΩΤΗ μουσείο, αν και από μόνο του το ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ είναι  ΜΟΥΣΕΙΟ.


(Εικ. 92 κλειδιά του Πύργου)            


Ανδρέας  Η. Κόκκορης
Πρόεδρος Μ.Σ.Λεωνιδίου

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Λεωνίδιο - Πλάκα 1950-55



Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Τσακωνια




Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Ποιήματα τινός της Τσακώνικης εκ των του Κλεάνθου Οικονόμου μετά της μεταφράσεως αυτών.


Α ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΣΙΚΟ ΓΟΝΝΙΑ Τ’ ΑΓΙΕ ΛΙΔΙΟΥ.

Ο Παπα τσ’α Παπαδία

Με τα πέντε σου κάμζια

καοημένοι τά Γοννία

έχουνται κηάρα παχειά

κχόρμπουα νία στάσια

κίντε τσαί φουσκονιλλιά

έχουνται τσ’ ένα καπόνι

στροντζυλέ σαν το πεπόνι

τασ’ τό τέντζερε νι’ εβράννι

τσ’ εκατσακαΐ να φάννη

έχουνται τσαί χιουρινέ

‘πιί νι’ εμποίκε φτατέ

νία σουγ’ ατ’ σηαιά γεμάτα

με τά στρίγγι για σαλάτα

το τραπέζι ετοιμάννη

τσ’ εκατσακαι να φάννη

γυούρε γυούρε τα καμζία

δίπα τα φωτογωνία

ο Παπα επροσκυνητσε

το τραπέζι ευογίτσε

τσαί ο πόλεμ’ αρχινίε

κατακίντε του γουλλίαι.

Η ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ

Ο Παπάς και η Παπαδιά

με τα πέντε τους παιδιά

καθισμένοι στη γωνιά

είχανε παχειά φωτιά

κούτσουρα μιαν αγκαλιά

πίνανε και φασκομηλιά

είχανε και ένα καπόνι

στρογγυλό σαν το πεπόνι.

Εις τον τέντζερε το έβρασαν

Και κάθισαν να φάνε.

Είχανε και χοιρινόν

Που το έκαμαν ψητόν.

Μίαν σούβλαν μεγάλην, γεμάτην

Με την θρούμπην για σαλάταν.

Το τραπέζι ετοιμάσανε

Και εκαθήσαν να φάνε,

γύρω γύρω τα παιδιά

δίπλα στη φωτογονιά.

Ο Παπάς επροσκύνησε

το τραπέζι ευλόγισε

και ο πόλεμος ηρχισε

και εκαταπίνανε τις γουλιές!

ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ω καουρεκοκιάερε καλέ χελιδονάτσι

τάν τζέα μοι εκάνερε να ποίερε κονάτσι

να φτιάσερ’ τα φωλλυάντυ, ν’ ανοίτσερε πουλάντζια

ωσά τσ’ ετύου ώμορφα χρυσά χελιδονάντζια.

Αλλ’ άλε μοι παρακαού, οπά τα ξενικεία

Πφούρ’ επεραΐρε τάσου τάν Αρακία ;

Τσι τόποι δά οράτσερε ;

Πετούντα πφούρ’ εζάτσερε ;

Χελ. Οι Γεραννοί με αγναί, τσαί τάνου τα φτερά σου

‘γγραΐα τα νυχάντζα μοι, τσαί απ’ τα ιουχάσου

ψυούχρε βατσούλι άρτετ’ έμα κίντε τάν πορεία

πφ’ ήγγι’ έχουντε του γούε σου, για ταν οδοιπορία

επεραΐα πέαγο άτ’ ε τσαί ερηνιά

τα’ εζάκαμ’ τσ’ εκατσάκαμε τάσου ταν Αρακία,

Ανθπήποι κατακούβανοι τσαί μελησσοί ωράκα

Τσαπόλυτοι ξεσκούφουτοι, τσαι ιόμασι σαν θράκα.

ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Ω! Καλώς ήλθες καλό χελιδονάκι

Στο σπίτι μου ήλθες να κάνεις

Να φτιάσης τη φωλιά σου, να ανοίξεις πουλάκια,

Ωσάν και ‘σένα εύμορφα χρυσά χελιδονάκια.

Αλλ’ ειπέ μου, παρακαλώ, εκεί στην ξενιτειά

Πώς επέρασες μέσα στην Αραπιά,

Και τι τόπους δα είδες;

Και πετώντας πώς επήγες;

Χελιδόνι: Οι Γερανοί μ’ επήρανε και πάνω στα πτερά των

‘κόλλησα τα νυχάκια μου, και από τα ράμφη των

ψυχρό νεράκι αρκετό επίναμε στο δρόμο

που είχανε στης γούσες των για την οδοιπορία.

Επέρασα πέλαγος τρανό καθώς και ερημιά

Και επήγαμε και εκαθήσαμε μέσα στην Αραπιά.

Ανθρώπους κατάμαυρος και μελισσόχροας είδα,

Ξυπόλυτους, ξεσκούφωτους, και ζέστη σαν ανθρακίαν.

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΕ

Έζακα τασ’ τον καφενέ να ράου τς ‘νι ποίνται

Τσ’ έρεκα σοι μιτσοί τσ’ άτ οι καφέ , τσιγάρο κίντε

Άλλ’ είγκι κίντε ναργιλέ , τσ’ άλλοι φουσκονιλλιά

Τσαι άλλοι δίχουντε συχνά τσαι παίζουνται χαρκία

Σ’ ένα με τούρ άσοι σοι για πρέφα ‘κει μουντάρου

Τσ’ ο άλλε με τα φλότα σοι το α’ κεί κιαμάρου .

Φωνά, τσαι άλλητέ άτ’ έ καπνέ, τσαι δυσωδία

από τα χνούα τα περσά τσαι τα πολυλογία

έκει γιοματ’ ο καφενέ, οίμε ω δυστηχία

γκαρέν’ από τούρ’ άρχουντε όκι’ έχου ομιλία

ν’ αλλίωΐ για τα τσοινά πράμματα τα πατρίδα

ν’ αφίωΐ τα διαίρεσι π’ έκάνε σαν ακρίδα.

<<ώ αγαπηθούννι άλλοι να νυρίζωΐ σαν άνθη>>.

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ

Επήγα μεσ’ στον καφενέ ίνα ιδώ τι κάμουν

Και ηύρα μεγάλους και μικρούς, καφέ, τσιγάρο πίναν

Αλλοι έπιναν ναργιλέ και άλλοι φασκομηλιά

Και άλλοι έβηχαν συχνά και έπαιζαν χαρτιά.

Ο ένας με τους άσσους του για πρέφα αγοράζων

Και ο άλλος με τα φλότα του το τρία του φωνάζων

Φωνές και θόρυβος πολύς, καπνός και δυσωδία

Από τα χνώτα τα πολλά και την πολυλογία

Πλήρης ήτο ο καφενές, οίμοι! Τι δυστυχία !

Κανείς από τους άρχοντες δεν είχε ομιλία

Να είπωσι δια τα κοινά πράγματα της πατρίδος

Να αφήσωσι την διαίρεσιν, που ήλθεν ως ακρίδα.

Ώ, Θεέ μου, φώτισέ τους να αφήσουνε τα πάθη

Να αγαπηθούνε όλοι να μυρίζουνε σαν άνθη.

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Τσακωνικα Τραγουδια


Σου ειπα μανα

Σού ειπα μάνα, καλή μου μάνα
Σού ειπα μάνα, πάντρεψέ με
Σού ειπα μάνα, πάντρεψέ με
Σπιτονοικοκύρεψέ με

Και στα ξένα, καλή μου μάνα
Και στα ξένα μη με δώσεις
Και στα ξένα μη με δώσεις,
Μάνα θα το μετανιώσεις



Για' στα ξένα, καλή μου μάνα
Για' στα ξένα θ' αρρωστήσω
Για' στα ξένα θ' αρρωστήσω,
Μάνα θα πρωτομιλήσω.



Θα μιλήσω, καλή μου μάνα
Θα μιλήσω της κουνιάδας
Θα μιλήσω της κουνιάδας,
Και της πρώτης συννυφάδας



Θα μου πουν, καλή μου μάνα
Θα μου πουν πως δεν αδειάζω
Θα μου πουν πως δεν αδειάζω,
Και θα βαριαναστενάζω



Και θα στείλω, καλή μου μάνα
Και θα στείλω να σε φέρω
Και θα στείλω να σε φέρω,
Και δεν ξέρω που θα σ' εύρω



Η στον ποταμό, καλή μου κόρη
Η στον ποταμό θα πλένω,
Η στον ποταμό θα πλένω,
Η στη βρύση θα λευκαίνω.



Απατζά το Μαραθία
Απατζά, τσυρά Μαρούα Απέναντι, κυρά Μαρία

Απατζά το Μαραθία Απέναντι στο Μαραθιά
Απατζά το Μαραθία Απέναντι στο Μαραθιά
Τσ' ακατούσε τάν Ελία κι αποκάτω στην ελιά
Τσ' ακατούσε τάν Ελία κι αποκάτω στην ελιά
εξεχάτσε ταν κουνία εξέχασε τη στάμνα

Ζατσ' ο βού, τσυρά Μαρούα πήγε το βόδι, κυρά - Μαρία
Ζατσ' ο βού ταν Ελία πήγε το βόδι στην ελιά
Ζατσ' ο βού ταν Ελία πήγε το βόδι στην ελιά
Τα' εκατσούτσε ταν κουνία κι έσπασε τη στάμνα
Τσίντα βου', τσυρά Μαρούα Οδύρεται σκούζοντας η κυρά Μαρία,
Τ'σίντα, βούα α κακομοίρα Οδύρεται, σκούζει η κακομοίρα
'πού να ζάει τα μετσύα πώς να πάει στη μυτριά
'πι θα νι κιάσει με ταν πράνα που θα την πιάσει με την πράνα (κόπανο)
να νι ποι' όα κουβάνα να την κάνει κατάμαυρη (απ' το ξύλο).



Μια λυγερή

"Μια λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"

Του δραμαλη

"Πουάντζα, 'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)



"Εσείς χελιδονάκια μου, που πάτε στον αέρα
δώστε μαντάτα στο βοριά σ' όλα τα βιλαέτια,
πάτησαν τη Μονεμβασιά, σε πέντε-δέκα μέρες
θα 'ρθουν τα τσακωνόπουλα κι ο καπετάν Γεωργάκης
να δεις πραστιώτικο σπαθί, τσακώνικο ντουφέκι "


Κυριακή 11 Μαΐου 2008

Οι Τσακωνες!


Η ιστορία της Τσακωνιάς χάνεται στα βάθη των αιώνων και στο θάμπος του μύθου και του θρύλου. Μα η παρουσία των κατοίκων της είναι ζωντανή και εναργής σ' όλη την ιστορία της φυλής μας. Άμεσοι απόγονοι των Δωριέων, οι Τσάκωνες διατήρησαν, στα απομονωμένα και κακοτράχαλα βουνά τους, ανόθευτη τη ρίζα τους, τα ήθη και έθιμά τους.
Λιτοδίαιτοι, σκληροτράχηλοι, φιλόπονοι, τολμηροί, ευφυέστατοι μα, προπάντων, φιλελεύθεροι, οι Τσάκωνες, βρίσκονται σε συνεχή αναστάτωση με τους κατά καιρούς κατακτητές που ερήμωναν τον Ελλαδικό χώρο, στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν τη χώρα μας.
Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως οι Τσάκωνες αποτελούσαν από την εποχή του Ιουστινιανού (527-565) τα επίλεκτα σώματα των καστροφυλάκων και της σωματοφυλακής των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Είναι οι πραγματικοί ακρίτες του Βυζαντίου. Γι' αυτό είχαν επιτύχει ειδικά προνόμια από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες, δηλαδή επιτράπηκε μόνο σε αυτούς, να ιδρύσουν αποικία στην Κωνσταντινούπολη. Στο βυζαντινό δε στρατό υπήρχε στρατιωτικό αξίωμα "Στρατοπεδάρχης των Τσακώνων".
Οι Τσάκωνες δε δέχτηκαν ποτέ τον ξενικό ζυγό. Μετά την άλωση της Πόλης οι υπόδουλοι συνέρχονται, οργανώνονται και ξεφυτρώνουν οι πρώτες επαναστατικές αντιδράσεις. Στα χρόνια που ακολουθούν και μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης, στην ακμάζουσα Ελληνική κοινότητα του Πραστού, δε διέμενε ούτε ένας Τούρκος. Εκεί βρήκε πρόσφορο έδαφος να απλώσει το δίκτυό της η Φιλική Εταιρεία (Φ.Ε.).
Με την ίδρυση της Φ.Ε. το 1814 στην Οδησσό από τον Νικόλαο Σκουφά, Εμμανουήλ Ξάνθο και Αθανάσιο Τσακάλωφ έχουμε την αρχή του τιτάνιου έργου της προετοιμασίας και της οργάνωσης του επαναστατικού αγώνα. Αργότερα, θα έρθει η ώρα που σημαντικοί Τσάκωνες θα μυηθούν στο σκοπό της. Ο Σπετσιώτης καπετάν Γεώργιος Πάνου, αφού μυήθηκε από τον Τριπολιτσιώτη μεγαλέμπορο στην Πόλη, Παναγιώτη Σέκερη, αποφάσισε να μυήσει τους Πραστιώτες συνέταιρούς του στις ναυτικές και εμπορικές επιχειρήσεις. Τον καπετάν Γιώργη, τον Παναγιώτη Μίχα, τον γιατρό Γιωργάκη Παπαδόπουλο, τον ιερέα Κυριάκο και τον μεγάλο εφοπλιστή Κώνστα-Χατζή-Παναγιώτου Πολίτη.
Το 1818 φτάνει στον Πραστό απεσταλμένος της Φ.Ε. ο ιερωμένος Διονύσιος Πύρρος και μυεί τους προεστούς του Πραστού, ώστε λίγο πριν την επανάσταση η ύπαρξη της Φ.Ε. να αποτελεί κοινό μυστικό. Έτσι, όταν ήχησε η σάλπιγγα της Ελευθερίας, οι Τσάκωνες βρέθηκαν έτοιμοι για τον μεγάλο αγώνα.
Οι Τούρκοι άρχιζαν να υποψιάζονται και ζήτησαν εγγυήσεις. Τότε η Τσακωνιά στέλνει, ως εξιλαστήριο θύμα, τον πρόκριτο Πραστού, Γιαννούλη Καραμάνο, όμηρο, μαζί με άλλους Αρχιερείς και προκρίτους του Μοριά, για να καθησυχάσει τους ανήσυχους πασάδες.

Τα Καλάβρυτα και η Καλαμάτα, όπως είναι γνωστό, διεκδικούν τα πρωτεία της κήρυξης της επανάστασης κατά τις 23-25 του Μάρτη 1821. Κι όμως, η ηρωική Τσακωνιά ήταν αυτή που, πολύ νωρίτερα από κάθε άλλη Ελληνική περιοχή, έδωσε το σύνθημα της επανάστασης.
Οι Τσάκωνες του Πραστού που μένουν το χειμώνα στο Λεωνίδιο στέλνουν στη Μάνη, στις αρχές του Μαρτίου, τον Τριαντινό, να συνεννοηθεί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Εκεί συναντάται με τον Ράμφο, επίσημο απεσταλμένο της Φ.Ε. Μαζί τους παίρνουν οδηγίες, τη σημαία και επιστρέφουν στο Λεωνίδιο στις 16 Μαρτίου του 1821. Μόλις έγινε αυτό, ξεσηκώνονται όλοι με ζητωκραυγές και πυροβολισμούς, συλλαμβάνουν τον Τούρκο τελώνη του λιμανιού του Λεωνιδίου, πηγαίνουν με πομπή στο Ναό της Παναγίας όπου ψάλλεται δοξολογία και ευλογούνται τα όπλα και η σημαία, που είναι λευκή με ένα σταυρό στη μέση, ένα φίδι, του οποίου το κεφάλι τρυπάει μια κουκουβάγια .
Μετά ανακύπτει θέμα αρχηγίας, μια και περνούν πια στη δράση. Τη διεκδικούν ο Γούλελος, ο Καραμάνος, ο Κώστας του Χατζή κι ο καπετάν Γιωργάκης. Τελικά βρίσκεται λύση: Στέλνεται ο ικανός Εμμανουήλ Κριμήτσος στις Σπέτσες, με σκοπό να ξεσηκώσει τους Σπετσιώτες και να φέρει όπλα και πολεμοφόδια. Στις 20 Μάρτη επιστρέφει ο Κριμήτσος με φορτίο ενός πλοίου. Άμεσα αποστέλλουν τρόφιμα και πολεμοφόδια στο στρατόπεδο των Βερβένων. Στρατολογούν και οπλίζουν εξακόσιους άνδρες, οι οποίοι διαιρούνται σε δύο σώματα, το ένα υπό τον καπετάν Γιωργάκη-Μανωλακη με υπαρχηγό τον Γεώργιο Γούλελο και το άλλο υπό τον Κώστα Χατζή και Καραμάνο με υπαρχηγό τον Παναγιώτη Σαράντη. Στις 25 Μάρτη, ημέρα του Ευαγγελισμού, συγκεντρώνονται στρατός και λαός στην εκκλησία, όπου οι ιερείς σε μια κατανυκτική τελετή, ευλογούν τα όπλα. Ξεκινούν οι μάχιμοι. το πρώτο σώμα για τα Βέρβενα όπου και ο άλλος στρατός για την πολιορκία της Τριπολιτσάς και το δεύτερο σώμα για την πολιορκία του φρουρίου της Μονεμβασιάς.

Δημοτικό τραγούδι αναφέρει για το Πραστιώτικο σπαθί και τον ηρωισμό των Τσακώνων:

"Εσείς χελιδονάκια μου, που πάτε στον αέρα
δώστε μαντάτα στο βοριά σ' όλα τα βιλαέτια,
πάτησαν τη Μονεμβασιά, σε πέντε-δέκα μέρες
θα 'ρθουν τα τσακωνόπουλα κι ο καπετάν Γεωργάκης
να δεις πραστιώτικο σπαθί, τσακώνικο ντουφέκι"

Το τμήμα των Τσακώνων που τράβηξε για τη Μονεμβασιά είχε καπετάνιο τον Γεωργάκη Μανωλακη ο οποίος έφτασε εκεί από τους Μολάους και οχυρώθηκε στη θέση "Βοχάδα", κοντά στη γέφυρα που επικοινωνούσε η Μονεμβασιά με τη στεριά, ώστε απέκοψε τις επικοινωνίες κι ενοχλούσε τους πολιορκημένους πια Τούρκους.
Τέσσερις μήνες διήρκεσε η πολιορκία του κάστρου, του οποίου η παράδοση έγινε στις 23 Ιουλίου 1821. Στις μικροσυμπλοκές που έγιναν κατά την πολιορκία αυτή, αναδείχτηκαν οι παλιοί Κλέφτες Μιχάλης Γκιόρος, Πάνος Ρέππας και ο Γεώργιος Γούλελος, Γ. Τσουκάτος, Κ. Μάνος, ο μικρός Μαλάτος, οι οποίοι έπεσαν ηρωικά στο πεδίο της μάχης.
Μετά την παράδοση της πόλης της Μονεμβασιάς, στις 23 Ιουλίου 1821, ο καπετάνιος των Τσακώνων καπετάν-Γεωργάκης Μανωλακης διορίστηκε "Φρούραρχος Μονεμβασιάς". Σύντομα όμως ο Τσάκωνας οπλαρχηγός παρέδωσε την φρουραρχία, για να μεταβεί και να αγωνιστεί στην πολιορκούμενη Τριπολιτσά.
ο δεύτερο τσακώνικο στρατιωτικό σώμα με 250 Τσάκωνες και με αρχηγό τον Καπετάν-Παναγιώτη Σαράντη τράβηξε για την πολιορκία της έδρας του πασά του Μορέως, Τριπολιτσάς κι έμεινε στο Στρατόπεδο των Βερβένων.
Στις διάφορες συμπλοκές με τους Τούρκους σκοτώθηκαν στο χωριό Βέρζοβα δύο τσακωνόπουλα, ο Στάθης του Κώστα Στάθη κι ο Διαμαντής. Μαζί με τον Γιωργάκη Μανωλακη οι Τσάκωνες πλησίασαν στο χωριό Στενό κι ύστερα προσέγγισαν την Τριπολιτσά, πιάνοντας την επάνω ράχη, στο λεγόμενο "Πηγάδι της Βολιμής".Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση "στους φίλους τους", να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.
Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε "τους φίλους" του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.
Όταν φέρουμε στο μυαλό μας το σημαντικότερο στρατιωτικό κέντρο της Νότιας Ελλάδας και την ιστορική άλωση, αμέσως οι θυμητικές μας παραστάσεις, μας φέρνουν την εικόνα του στρατηγού του αγώνα, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Είναι βέβαια αναντίρρητο, πως στον Κολοκοτρώνη οφείλεται η πολιορκία της στρατιωτικής αυτής πόλης του Μοριά, διότι ο Κολοκοτρώνης επέμεινε σ' αυτό και το κατόρθωσε. Αλλά η άλωσή της οφείλεται σε εκείνον που άνοιξε τις πόρτες του κάστρου της, αφού, όπως είπαμε πιο πάνω, δεν έγινε πολεμική έφοδος, να κυριευθεί η πόλη από στρατιωτικά τμήματα με επικεφαλής πολεμικό ηγέτη.
Αυτή η μεγάλη επιτυχία και το λαμπρό κατόρθωμα οφείλονται στον Τσάκωνα αγωνιστή Μανώλη Δούνια (ή Ντούνια). Εκείνος είναι ο "Πορθητής της Τριπολιτσάς". Κι όμως, αυτό το περίφημο παλικάρι έμεινε αγνοημένο και μόλις, τα τελευταία χρόνια, μέσα από τη σύγχυση της Ιστορίας, μέσα από τα παραποιημένα γεγονότα και μέσα από τις διάφορες εκδοχές και ανακρίβειες ξεπροβάλλει, για να πάρει τη θέση που του πρέπει.
Τον Φεβρουάριο του 1822 δόθηκε διαταγή στα στρατιωτικά σώματα των Επαρχιών Αγίου Πέτρου και Πραστού να ακολουθήσουν τον Νικηταρά (Νικήτα Σταματελόπουλο), σε μια εκστρατεία στη Ρούμελη. Στα τέλη Μαρτίου, στις συμπλοκές και μάχες που έγιναν στη Στυλίδα (χάρτης) και στην Αγία-Μαρία, πολεμώντας ηρωικά οι Τσάκωνες έχασαν τρία παλικάρια τους: Τον Μιχαήλ Οικονόμου, τον Θεόδωρο Μπουγά και τον Γεώργιο Χρηστίνα.
Το καλοκαίρι του 1822, κατέβηκε πολύς Τούρκικος στρατός με αρχηγό τον Δράμαλη και οι Έλληνες με την σοφή στρατηγική του "Γέρου του Μοριά", Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, συγκεντρώθηκαν στην Αργολίδα, στο Παλαιόκαστρο του Άργους και στους Μύλους.
Ο καπετάν Γιωργάκης με τους Πραστιώτες και ΑγιοΠετρίτες, επτακόσιοι-οχτακόσιοι τον αριθμό, έφθασαν στους Μύλους την κρίσιμη εκείνη στιγμή και μπήκαν στην υπηρεσία του Δημήτριου Υψηλάντη και του Κολοκοτρώνη. Αφού έκαψαν τα σπαρτά στον κάμπο του Άργους, συγκρούστηκαν με την εμπροσθοφυλακή του Δράμαλη, κλείστηκαν μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη στο φρούριο του Άργους και, ύστερα από πολιορκία μερικών ημερών, έκαναν ηρωική έξοδο, κατά την οποία κινδύνεψαν πάρα πολύ, μαζί με αυτούς και ο Υψηλάντης. Τελικά, κατάφεραν να σωθούν.
Στις μάχες των Δερβενακίων έλαβαν μέρος κι οι Τσάκωνες. Μάλιστα αναφέρεται ο Πέτρος Θερμογιάννης, ο οποίος με εξήντα συμπολίτες του ακολούθησε τον περίφημο Νικηταρά και πολεμούσε κοντά του. Κατά την υποχώρηση του Δράμαλη, οι Τσάκωνες τοποθετήθηκαν από τον Κολοκοτρώνη στη μάχη της Κλένιας σε θέση στρατηγική και δώσανε τη χαριστική βολή στο μεγάλο Σερασκέρη (τουρκ. στρατιωτικός διοικητής). Εκεί σκοτώθηκαν δύο γενναίοι Τσάκωνες: ο μπουλουξής (διοικητής άτακτου, μικρού στρατιωτικού σώματος) Νικόλαος Χουλιαράς και ο Γιάννης Αντριάς, "αφού έκαμαν το χρέος των, το δεκαπλάσιον εις τον εχθρόν" .

Τη συμμετοχή τους επιβεβαιώνει κι ένα ιστορικό κλέφτικο τραγούδι.

"Πουάντζα, 'πέτε, νέγγουντε, τθα Τσακονιά τα μέρη"
(Πουλάκια, πετάτε, ελάτε, στης Τσακονιάς τα μέρη).
'αλήτε χαιρεκίσματα οτσ' έμε τθο Τσιμπέρι
(να πήτε χαιρετίσματα ότ' είμαστε στο Κιβέρι):
-Τα σύνταχα θα φύτσουμε, θα ζάμε τθο Ντερβένι
(αύριο θα φύγουμε, θα πάμε στο Δερβένι),
-Να πολεμήμε, νέγγουντε, του Δράμαλη τ' ασκέρι
(να πλεμήσουμε, πάμε του Δράμαλη τ' ασκέρι)
Πουρτέσε ενέγκοϊ ο Νιτσηταρά, κίσου ο Κολοκοτρώνης
(Πρώτος πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης)
τσαι παρακίσου οι Τσάκωνε με τουρ Άγιο-πετρίτε
(και παραπίσω οι Τσάκωνες με τους Άγιο-πετρίτες).
Ντζιντάει το καριοφίλι τάνου τα διάσελα
(Βροντά το καριοφίλι πάνω στα διάσελα).
Α Έωνα να φυλάει τα Τσακονόπου'α
(Η Έλωνα τα φυλάει τα Τσακονόπουλα)

Ακόμα, στην πολιορκία του Ναυπλίου (Ιούνιος-Δεκέμβριος 1822) σκοτώθηκε κι άλλο ένα τσακωνόπουλο, ο Γιάννης Λάμπρος. Οι Τούρκοι της πόλης με συνθήκη την παραδίνουν στον Κολοκοτρώνη την 1η Δεκεμβρίου 1822. Σε όλες τις περιόδους των χρόνων του πολέμου της Επανάστασης, οι Τσάκωνες δίνουν το παρόν προσφέροντας ένοπλους πολίτες, άφθονο χρήμα και πλούσια εφόδια.
Τον Αύγουστο του 1822 ο Πάνος Κολοκοτρώνης βρίσκεται στον Πραστό και συγκεντρώνει χρήματα. Τότε ειδοποιείται από τους Σπετσιώτες ότι επίκειται κατάπλους του Τουρκικού στόλου με άμεσο στόχο την καταστροφή του νησιού. Από εκεί, με την βοήθεια του Γιαννούλη Καραμάνου και των άλλων Προκρίτων, συγκεντρώνει τετρακόσιους Τσάκωνες, και πάνε στις Σπέτσες, όπου και παρέμειναν προστατεύοντας το νησί. Έτσι, δεν επαναλήφθηκε και στις Σπέτσες, η σφαγή των Ψαρών και της Χίου.
Όταν γράφονται οι μελανές σελίδες του Εμφύλιου σπαραγμού (1823-1825) και οι διαμάχες μεταξύ των στρατιωτικών και πολιτικών, Ρουμελιωτών και Μοραϊτών, οι Τσάκωνες φάνηκαν διαλλακτικοί και σώφρονες, εκφράζοντας όμως πάντα την συμπάθειά τους προς τον Κολοκοτρώνη, στον οποίο συμπαρίστανται στις δραματικότατες ημέρες του διωγμού του και στη φυλάκισή του στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στην Ύδρα. Στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1821-1822), ο Δημήτριος Καραμάνος και στην Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας (1823) ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος, ως πληρεξούσιος των Τσακώνων, συντελούν στον κατευνασμό των πνευμάτων.
Ακόμη δεν έχουν επουλωθεί οι πληγές του εμφύλιου σπαραγμού και ένας νέος κίνδυνος απειλεί τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Ο Ιμπραήμ πασάς της Αιγύπτου αποβιβάζεται στο Μοριά, με σκοπό να καταπνίξει την Επανάσταση, εκμεταλλευόμενος τη διχόνοιά τους. Σημειώνει μεγάλες επιτυχίες και κυριεύει τα πιο σπουδαία στρατηγικά σημεία. Δυστυχώς πολιτικοί και στρατιωτικοί υπογράφουν προσκυνοχάρτια και αναγνωρίζουν τον Αιγύπτιο, για να γλιτώσουν. Ο Ιμπραήμ σκορπίζει σε όλη την Πελοπόννησο τον τρόμο, τον θρήνο και τον οδυρμό. Από το πέρασμά του μένει η φρίκη και η ερήμωση. Πανικός έχει καταλάβει τους πάντες. Ο Γρηγόριος Παπαφλέσσας συμβουλεύει επίμονα την κυβέρνηση Γεώργιου Κουντουριώτη, να αποφυλακίσει "τον Γέρο του Μοριά" και έτσι γίνεται.
Ο μόλις αποφυλακισθείς από τους αντιπάλους του, Κολοκοτρώνης, ο Δημ. Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας είναι οι μόνοι που διατηρούν το θάρρος τους. Ο Κολοκοτρώνης εφαρμόζει τη "Νέαν Στατηγικήν", να μην δίνει μάχη, αλλά να παρενοχλεί τον αιμοδιψή Αιγύπτιο και να τον φθείρει.
Το καλοκαίρι του 1825 οι Τσάκωνες πολεμιστές βρέθηκαν στους Μύλους, στα Βέρβενα, στην Νταβιά, στην Τεγέα και όπου αλλού μπόρεσαν με κλεφτοπόλεμο να αντιμετωπίσουν τους στρατιώτες του. Θύματα στους αγώνες αυτούς οι Τσάκωνες είχαν αρκετά. Σκοτώθηκε ο Δημήτρης Γεωργίτσης, ο Γιωργάκης Νικολέσης, ο Δημήτρης Τσούχλος και ο Π. Βουρλιώτης.
Ο στρατός του Ιμπραήμ μπαίνει και στην Τσακωνιά. Στην Καστάνιτσα βρίσκουν αντίσταση από τον ηρωικό αγωνιστή Τσάκωνα Γιάννη Καψαμπέλη, ο οποίος οχυρωμένος στον ομώνυμο πύργο του, υπερασπίζεται την τιμή του χωριού του. Ο Αιγύπτιος, ντροπιασμένος, αποχωρεί και κατευθύνεται στον ακμάζοντα Πραστό (Σεπτέμβριος 1826). Οι Πραστιώτες είναι οχυρωμένοι στους πύργους τους, ενώ ο Ιμπραήμ περικυκλώνει το χωριό. Τρεις μέρες περιμένει, να παραδοθούν οι Πραστιώτες. Αυτοί τον παραπλανούν με την αναμονή τους, ενώ αποφασίζουν να φύγουν όλοι για το Λεωνίδιο, "το σίγουρο τόπο", σύμφωνα με τον Κολοκοτρώνη, επειδή βλέπουν το μάταιο του αγώνα τους.
Μέσα στις νύχτες, αθέατοι, εγκαταλείπουν τον Πραστό, αφού παρέλαβαν ό,τι μπορούσαν από τα κειμήλιά τους, από τα πλούτη τους, από τους θησαυρούς που είχαν συγκεντρώσει. Προηγουμένως, είχαν μεταφέρει στο Λεωνίδιο, από την εκκλησία της Παναγίας, το ξυλόγλυπτο τέμπλο της, έναν επιβλητικό πολυέλαιο και την εικόνα της Παναγίας του Πραστού. Όλα στολίζουν σήμερα την εκκλησία της Παναγίας του Λεωνιδίου.
Όταν ο Ιμπραήμ αντιλήφθηκε την φυγή τους, διέταξε λεηλασία και φωτιά σε ό,τι έμεινε. Όλα παραδόθηκαν στις φλόγες και μεταβλήθηκαν σε αχνίζοντα ερείπια. Κάηκε ολόκληρος ο Πραστός, με τα χίλια διακόσια (1200) σπίτια του.
Μερικές γυναίκες που δεν πρόλαβαν να φύγουν, κλείνονται στον πύργο του Γούλελου και αρνούνται να παραδοθούν. Οι εχθροί τον κυριεύουν και διατάσσουν την εκθεμελίωσή του. Σήμερα, από τον πολυτραγουδισμένο αυτόν πύργο του Γούλελου δεν μένουν παρά ένας σωρός από πέτρες. Και ο Πραστός εγκαταλείφθηκε για πολλά χρόνια, αφού οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο Λεωνίδιο και στον Άγιο-Αντρέα.
Σήμερα, ο Πραστός, γεμάτος ερείπια μέσα από τα οποία ξεφυτρώνουν αραιά σπίτια, όσα έχουν ξαναχτιστεί, είναι μια σβησμένη εικόνα της παλιάς του δόξας. Μια θλιβερή εικόνα, η οποία δείχνει ολοφάνερα ότι από εκεί πέρασε ο Ιμπραήμ και φέρνει την ανάμνηση της σκληρότητας του Τουρκοαιγύπτιου πασά

Η λαϊκή Μούσα θρηνεί:

"Μια λυγερή καθότανε στον έλατο στη σέλα
και αγνάντευε την Τσακωνιά και του Πραστού το ρέμα,
την πήρε το παράπονο και κάθεται και κλαίει
και λέει τραγούδι θλιβερό και παραπονεμένο.
Πραστέ μου πού 'ναι οι πύργοι σου και πού 'ναι η αρχοντιά σου;"


Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

Α. Σ. ΛΕΩΝΙΔΙΟΥ 1932-2008


Από τα παλιά χρόνια, από το 1932 υπάρχει ο Α. Σ. Λεωνιδίου.
Ομάδα κλασικού αθλητισμού υπήρχε από το 1936 από όσο ξέρω και έφτασε μέχρι το παναθηναϊκό στάδιο. Πρώτοι ήταν ο Φιλιππας Δ. Βλάμης, Ιωαννης Σμυρος (Κονιορδος), Κανακης κωστας, ο Ντουβλεκης, ο παππαστελιος, ο Πέτρος Ρήγας από τον Κοσμά, ο Φάνης Βλάμης ο οποίος έλεγε στα γεράματα του ότι ερχόταν από το μεροχωρο όταν έβλεπε αθλητές στο γήπεδο <<εγώ στα νιάτα μου Γιώργο, ήμουν πολύ σβέλτος>> ο Σπύρος ο Βλάμης, ο Φιλιπας Πουτσελας ο οποίος στο τέλος πήγαινε για μποξέρ και παλαιστής.
Στο ποδόσφαιρο δεν υπήρχε πρόοδος παρότι υπήρχαν παιδιά που το αγαπούσαν, ήταν ο Αθ. Κατσιγκρης που δεν το αγαπούσε και οποίος κλοτσούσε μόνο μπάλα έλεγε ``να κοπεί το πόδι από τη ρίζα``. αλλά τα παιδιά της εποχής του πενήντα είχαν αγαπήσει το ποδόσφαιρο και άρχισαν να φτιαγνουν της πρώτες ομάδες που έπαιζαν κρυφά από τους καθηγητές. Υπήρχαν οι αλάνες του Τζακα και του Παπασαραντη στο κοιλασο, το αλώνι του Γουλελου και το γήπεδο όταν είχανε ελευθεριά. από τους πρώτους ποδοσφαιριστές ήταν ο (Παπαρουνας) Ηλίας Δραπανιας, οι Πουτσελεοι, μάλιστα πολύ καλός ήταν ο Μιχάλης Πουτσελας, ο οποίος έπαιζε σε μεγάλη ομάδα στην Αθήνα, ο Βασίλης Γεωργίου (Αβδελας), τα χαραμακια, ο Θεόδωρος Χοντζοπουλος, ο Θανάσης ο Νικολάου της ΔΕΗ (ο Βοβουλας) Ο Γεώργιος Χιώτης ο Μπουτακας, ο Βασίλης Καττης (Φαραώ), ο Μαχαιράς, ο Νίκος Μακριμηχαλος (ο Μποχαρ) και νεώτεροι, ο Νίκος Φασιλης (Αράπης), ο Μιχάλης Σωτηρίου, οι αδερφοί (Ατιλη) Δημήτριος Διαμαντής και Θόδωρος, ο Παπαχρηστοπουλος ο καθηγητής, ο Χρηστάκης ο εφοριακός, ο Δημοσθένης ο πολίτης, ο Γκεκας, ο Αντώνης Ζαροκωστας η` <<ποδιας>> απο την πραγματευτη, ο γράφων, Γεώργιος Πηλιουρας, ο Μανώλης ο Χειλαρης (καθηγητής) ο Νίκος ο Λάτσης (Γκλιας), ο (Λουμουμπας) Πραγματοπουλος, ο Ξυνταρης, ο Κωσταντελος από το Παλαιοχωριο, ο Προφυρης από το Μαρί, ο Σταύρος ο ναύτης, ο Δραπανιωτης ναύτης από τις Σπέτσες, ο Ντίνος ο Λουρδης από το παράλιο Αστρος και πολλοί άλλοι.
Αυτή ήταν η εποχή του 55 με 65.
Το 1957 ήταν δήμαρχος ο Στυλιανος Μερικακης. Ο Γιάννης Ρουσαλης (Τσιφουτης), ο Νίκος ο Μαλλατος ο οποίος πλήρωνε αδρά ο Ρολογάς και άλλοι.
Ο τότε Υπουργός Τρύφωνας Τριανταφυλλάκος ο οποίος είχε εκπρόσωπο του στο Λεωνίδιο το Ρεππα, ήταν Υπουργός τύπου και αθλητισμού και κατασκεύασε στην Τρίπολη το εθνικό στάδιο Τρίπολης και το γήπεδο του παναρκαδικου. κατά τη γνώμη μου, για να εισπράξει ψήφους και να κάνει και ένα καλό του Ρεππα και του Λεωνιδίου, τον ενημερώνει να κάνει μια ομάδα ποδοσφαίρου για να δικαιολογήσει στην κυβέρνηση και να της κατασκευάσει στάδιο.
Το γήπεδο που υπήρχε στο Λεωνίδιο επειδή ο κ Κατσιγκρης ήταν γυμναστής δεν ξέρω πως τα είχε καταφέρει και ήταν του γυμνασίου.
Γιαυτό λοιπών έγινε και δεύτερη ομάδα στο Λεωνίδιο με την ονομασία <<Πανκυνουριακος αθλητικός όμιλος Λεωνιδίου>> (Π.Α.Ο.Λ). Με ποδοσφαιριστές τον Γιάννη Μαχαίρα, τον Κωσταντελο από το παλαιοχωρι, τον Ξηνταρη, τον Πραγματοπουλο Κ. (Λουμουμπα) καλό σέντερ φορ τον Θεόδωρο Σταυροπουλο, τον Τάκη Ζωταλη, τον Γρήγορη Δραπανιωτη (ναύτη Σπετσιώτης) τον Νίκο Λάτση (Γκλια), τον Βασίλη Ζαροκωστα (πόδια) είχε και τα δύο πόδια καλά, τον Γιάννη Προφυρη από το Μαρί, και τον γράφοντα Γεώργιο Πηλιουρα καθώς και άλλους μικρότερους.
Η ομάδα έφτασε στην πρώτη κατηγορία και ως εκ τούτων οι ομάδες του Λεωνιδίου έβγαζαν σπαθιά και στους φιλάθλους και στους παίχτες. από την άλλη πλευρά ο Ρεππας με τον Τριανταφυλλάκο αποφάσισαν να κατασκευάσουν το στάδιο από το Μάρσαλ έως τα Σφαγεία.(βεβαία τα σφαγεία τότε δεν υπήρχαν) στο αριστερό μέρος του δρόμου προς το βουνό. έφτασαν μηχανικοί, μετρούσαν, είχαν κάνει και μακέτα με τις κερκίδες προς το βουνό. Δυστυχώς το 1962-63 έχασε ο Καραμανλής της εκλογές και έμειναν με τα χαρτιά, ως εκ τούτου μετά από 2-3 χρονιά διέλυσε και η ομάδα όπως ήταν φυσικό διότι ήθελε και λεφτά.
Η ομάδα <<Λεωνίδας>> είχε και καλό κλασικό αθλητισμό, για 20 περίπου χρόνια λάμβανε μέρος σε αγώνες περιφερειακούς, πανπελοποννησιακούς, ακόμα και στο παναθηναϊκό στάδιο.
Η ομάδα είχε ως αρχηγό τον εξαίρετο αθλητή ταχυτήτων και αλμάτων τον μακαρίτη Δημήτριο Ν. Βλάμη (ΝΤΟΛΑ) <<αιωνία του η μνήμη>>. Είχε διαπρέψει σε καλές θέσεις και στο πένταθλο και στο δέκαθλο στο Παναθηναϊκό στάδιο την εποχή του 58-62. Είχε βγει πρώτος το 1951 (αν θυμάμαι καλά) στην Κορέα. Η καθημερινή έγραφε τότε με τετράστηλα στην πρώτη σελίδα για τα Ελληνόπουλα στην Κορέα και αναφερόταν στον Μήτσο το Βλάμη, ήταν η ψύχη της ομάδας. Ενας άλλος αθλητής ήταν ο Γιώργος ο Διαμαντής (Ατιλης) άλτης και δρομέας, ο Μίμης ο Κολινιωτης, ο Στρατής Κούνιας, ο Δημήτρης Καμβύσης (μελισσης), ο Μπαρουνης, ο Κλαδιτης, ο Καραδημας, ο Τάκης ο Ζωταλης, ο Γιώργος ο Πηλιουρας (της Δημαρχίας), ο γράφων, ο Νίκος ο Τσουκατος, (Κικιτσας) ο Γιώργος ο Μιχαλαριας, ο Μανώλης ο Κυριος ( Βαλμας), και πολλοί άλλοι κατώτεροι.
Στο Λεωνίδιο την εποχή του εξήντα κάναμε αγώνες στο στάδιο του Λεωνιδίου την Δευτέρα του Πάσχα <<Τα Λεωνιδεια>>, έφταναν αρκετοί αθλητές από τον πειραια, τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και τον Πανελλήνιο. Αναφέρω κάτι ενδεικτικό, κάθε χρόνο ερχόταν ένα γεροντάκι, αθλητής μεγάλων αποστάσεων. από την ώρα που άρχιζαν οι αγώνες γύρο τις 3 έως την υποστολή της σημαίας στις 7 το βράδυ αυτός έτρεχε συνεχώς γύρο από τον αγωνιστικό χώρο, ελεγετο Κουσιδης και όταν περνούσε κάθε φορά μπροστά από της κερκίδες τον χειροκροτούσαν και τον επεφυμουσαν, δεν είχαμε μετρήσει πόσες στροφές του γηπέδου έκανε, 200? 300?..τώρα βέβαια θα έχει πεθάνει, <<αιωνία του η μνήμη>>.
αυτή είναι η ιστορία του αθλητισμού στο Λεωνίδιο. Για αυτή μπορώ να γράψω γιατί την έζησα, για την νεώτερη ας γράψουν οι νεώτεροι!!
Στην φωτογραφία από τους παναρκαδικους αγώνες 25-09-1959 εξ αριστερών Στρατής κούνιας, Τάκης Ζωταλης, Γεώργιος Δ. Πηλιουρας, Νίκος Μαλλατος (πρόεδρος του Λεωνίδα), Δημήτριος Βλάμης (η ψυχή των αθλητών) και Δημ. Βλάμης. Το πένθος το φέρουμε διότι προ 2 ημερών πέθανε ο αθλητής μας ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.

Γεωργιος Πηλιουρας